Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 27 Μαΐου 2023

ΤΟ ΛΑΘΡΕΜΠΟΡΙΟ ΚΑΠΝΟΥ ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΗΝ ΒΟΡΕΙΑ ΟΡΕΙΝΗ ΗΛΕΙΑ!

 Καταγραφή Ηλίας Τουτούνης

Μια ζωή την έβγαλα να είμαι ζαλιά κάπου 60 οκάδες φόρτο, μέσα στην νύχτα, στο κρύο, στο χιόνι, σε κακοτοπιές, να έχω και του διαβόλου το κουμπί μη με τσακώσουνε και με μπουζουριάσουνε μέσα στα παλιοσίδερα...!
….Μια φορά, είχανε φερμένο ένα τσακαλιάρη νωματάρχη σκυλί, παλιοτόμαρο, λόγιαζε ότι τάχατις θα γίνει στρατηγός και δεν μας άφηνε σε χλωρό κλαρί και τότενες τα πράματα ζορίσανε. Τότενες είχαμε ένα λάγιο κεσέμι του κολέγα μου του Σπύρου, που το είχε αναθρέψει από την γέννα το έπαιζε με δαύτο και το είχε καμωμένο μάστορα, ίδιος άνθρωπος νόγαγε, μόνο μιλιά δεν έβγανε. Τότενες κανονίσαμε να κάνουμε μια γκέλα, για να περάσουμε τον καπινό από τ’ αποσπάσματα. Διαλέγαμε τον καιρό να μην είναι βροχερός, γιατί άμα βρεχότανε το πράμα, άναβε και χάλαγε, αλλά και βάραινε και άντε να το κουβαλήσεις ζαλιά. Πήραμε τραβιώντας το κεσέμι, να μην πονηριαστούνε στα χωριά που περνάγαμε, ότι τάχατις να το πάμε τάμα στους Αγιό – Θόδωρους στο Σωποτό, αλλά κωλώσαμε και στρίψαμε ντουγρού στην Μορόχοβα. Το Λεχούρι και το Λιβάρτζι, έβγανε ένα μπασμά καλό καπινό, αλλά σκεβόμαστε και τον έρμο τον δρόμο. Εκεί πήγαμε στο σπίτι του κολέγα μας, που μας περίμενε, κάτσαμε, ξαποστάσαμε, φάγαμε βραστό, ήπιαμε και κάνα δυο τρία κανάτια κρασί να στανιάρουμε λιγουλάκι και μετά, αφού στρίψαμε τσιγάρα, από το πράμα που θ’ αγοράζαμε για δοκιμή, το σακιάσαμε. Ο κολέγας έφερε και το καντάρι του το ζυγιάσαμε, κάναμε λογαριασμό, τόνε πλερώσαμε ντούκου και μόλις άρχισε να χαλουπώνει, ζαλωθήκαμε και φύγαμε. Το καπινό τόνε βάναμε μέσα στο ματαράτσι με σειρά και τον πατικώναμε καλά και στρωτά, για να χωρέσει μπόλικο. Στο γιόμισμα δεν δέναμε την μούση του, αλλά το ράβαμε με σπάγκο και μια σακοράφα, ανάρια - ανάρια για να μην παγαίνει ο χώρος στράφι και το ματαράτσι γινότανε παστάλι. Ευτούνα τα ματαράτσια που ’χαμε, χωράγανε ταμάμ εξήντα οκάδες. Ήθελε μαστοριά το πατίκωμα και ευτούνος, ο κολέγας μας στην Μορόχωβα, ήτανε μάνα ντεξής, σου το ’φκιανε ταμάμ μπαούλο. Κάπου - κάπου τήραγε πως και πώς να μας την κάνει, έβανε απόξω – απόξω το καλό για μόστρα και μέσα στην βουρλιά είχε τρουπωμένα και σαράπια πατόφυλλα, που ήσαντε μπίτι τούρκος. Μου ξίνιζε λίγο στην αρχή, αλλά δεν πάει στον διάβολο ευτούνα έχει το εμπόριο, και εγώ με την αράδα μου έτρωγα τους άλλους και έτσι δεν με τόσο κακοφαινότανε.

Παρασκευή 5 Μαΐου 2023

ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΣΕ ΨΗΦΙΣΩ ΡΕ ΛΟΥΣΤΡΟ;

Καταγραφή Κώστας Παπαντωνόπουλος

Λούστρος  ονομάζεται ο πλανόδιος που το επάγγελμά του είναι να βερνικώνει και να γυαλίζει παπούτσια περαστικών. Στη δουλειά του ο λούστρος χρησιμοποιεί ένα κασελάκι που μέσα έχει τα βερνίκια και τις βούρτσες για το γυάλισμα των παπουτσιών. Συνήθως την εργασία του λούστρου την έκαναν μικρά παιδιά ή έφηβοι και κάποιοι που επέλεγαν αυτό το επάγγελμα ως ευκαιριακή εργασία. Η αμοιβή τους ήταν ελάχιστη καθώς ο εκάστοτε πελάτης τους έδινε ότι ήθελε που ξεκίναγε από μία - δύο δεκάρες.

Στην ορεινή Ηλεία, Αχαΐα, Γορτυνία, λούστρους σαν επάγγελμα δεν υπήρχε αλλά την λέξη την χρησιμοποιούσαν για να χαρακτηρίσουν τον αλήτη, τον ανήθικο, και γενικότερα τον παλιάνθρωπο.

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2023

“ΚΟΥΜΠΑΡΕ, ΤΟ ΛΑΔΙ ΠΟΥ ΛΑΔΩΣΕΣ ΤΟ ΤΣΟΥΠΙ ΜΟΥ, ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΝΑ ΣΕ ΚΑΨΕΙ…!”

 Καταγραφή – Επιμέλεια: Κώστας Παπαντωνόπουλος

Πριν από πολλά χρόνια ένας ανύπαντρος ζωοκλέφτης ονόματι Σίμος από ένα αλαργινό χωριό είχε πιάσει κουμπαριά στο χωριό μας, τον Νικάκη. Με τον Νικάκη ’περετήσανε μαζί το φανταριλίκι και γίνανε άκριτοι φίλοι και μετά από λίγα χρόνια που ’φκιασε οικογένεια ο Νικάκης κουμπαριάσανε, και ο Σίμος λάδωσε (βάπτισε) ένα τσουπί του.

Ο Σίμος που δεν είχε στασιώ στον τόπο του, έφερνε φούρλα ούλα τα χωριά και όπου έβρισκε καλά ζωντανά πρώτα τα παρατήραγε, και μετά από καιρό ερχότανε τα βούταγε και τα ’σουρνε…!

Μια φορά του Άη Κωνσταντίνου ανήμερα είχε φτάσει η χάρη του και στο χωριό μας στον κουμπάρο του τον Νικάκη.

Ο Νικάκης του είχε ένα σπίτι ψηλό στο χωριό και απάνου μένανε και κάτου είχε το κατώι του. Αφού τον καλοδέχθηκε στο σπίτι του ο Νικάκης απάνου στην κουβέντα του είπε για τ’ άλογό του και τον κατέβασε στο κατώι να το ’δει ο Σίμος. Όταν κατεβήκανε πήρε το κλειδί από την μεριά που το τρουπώνανε, ξεκλείδωσε το κατώι και του έδειξε το πανέμορφο άλογό του. Είχε ένα άλογο καράς, κουρεμάδι σαν χέλι το ’βλεπες και το ’φτυνες δέκα φορές μην το ματιάσεις και σκάσει.

Κυριακή 19 Ιουνίου 2022

ΟΙ ΜΟΥΝ@ΨΕΙΡΕΣ ΤΗΣ ΜΑΛΛΙΑΡΩΣ

Καταγραφή Ηλίας Τουτούνης

Παρασκευή 5 Μαρτίου 1993

Η Π…..α, τσούπα μιας προσφυγοπούλας, μαυρούδω σαν γυφτοπούλα, έφτασε με την μάνα της το εικοσιτρίο στο χωριό θα ’τανε δε θα ’τανε δυο- τρίο χρονώνε. Φτωχούλα μπίτι η μάνα της, τήνε τήραξε το χωριό ούλο, και σπίτι της δώκανε και σκουτιά και ανάχρεια και απ’ ούλα, να σταθεί η δόλια στα πόδια της. Μεγάλωσε η Π….α κοντά με τ’ άλλα παιδιά στο χωριό και με τα άλλα τα τσουπιά που ήσαντε ίσα στα χρόνια της, σμίξανε και γίνανε φιλενάδες, να ειπώ και την αλήθεια τήνε προσέχανε ούλες σαν αδερφή τους.
Ευτούνο το τσουπί είχε ένα κατάμαυρο μαλλί κατσαρό σαν αφάνα. Τώρα τα τσουπιά αναμεταξύ τους τηραγόσαντε και πιο μέσα και ευτούνο είχε μαλλιαρό πράμα όπως μολογάγανε αργότερα, μέχρι τα αφάλι σκέτος λόγγος απέραστο ρουμάνι. Τα τσουπιά αναμεταξύ τους το κουβεντιάζανε, τα διαβόλια και επειδή ήταν πολλή μαλλιαρή κάποιο από δαύτα πως του ’ρθε της κόλλησε το παρατσούκλι «Μαλλιάρω».
Μαλλιάρω την είπανε, μαλλιάρω ήτανε, κουφέτο της πήγαινε το παρατσούκλι. Το σαράντα ένα η Μαλλιάρω παντρεύτηκε ένανε από το χωριό, καλό παιδί μοναχοπαίδι κι αρφανό από μάνα. Έλα μου όμως σε κανά δυο χρόνια ευτούνο το μαύρο το είχανε ντύσει φαντάρο και στο πόλεμο σκοτώθηκε, άφηκε τα κόκκαλά του απάνου στην Μακεδονία. Τον έκλαψε η Μαλλιάρω, τόνε ξανάκλαψε αλλά τίποτα οι πεθαμένοι δεν ματαγυρίζουνε ξοπίσω. Το σαράντα εννιά τότε με το αντάρτικο τότενες που ανακατευότανε ούλος ο τόπος, στο χωριό μας εφτάσανε καμιά πενηνταριά αντάρτες και μείνανε για καμιά βδομάδα.

Δευτέρα 9 Μαΐου 2022

ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΗΣ ΚΑΠΕΛΗΣ

Λέγανε παλιά ότι στην Κάπελη τις νύχτες τριγύριζε ένα τρανό στοιχειό, σαν μικρό βόδι, που είχε τραγίσιο κεφάλι. Πολλοί άνθρωποι που νυχτοπερπατάγανε και περνάγανε μέσα στην Κάπελη την νύχτα το είχανε ιδωμένο να γυρίζει μέσα στα δασά δέντρα και τα μάτια του γυαλίζανε σαν της γάτας. Όσοι από δαύτους το είδανε ακούσανε και ένα μουγκρητό, όπως κάνει ένα βόδι όταν το σφάζουνε. Κανείς ποτέ δεν το ζύγωσε να το σκοτώσει ή να ιδεί τι πράμα είναι εκείνο το παράξενο ζωντανό. Τι γάρις είναι του Θεού ή εκεινού του κερατά του Διαβόλου;

Τετάρτη 7 Ιουλίου 2021

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΡΕΣΕΨΙΟΝΙΣΤ: ΝΤΙΝΟΠΟΥΛΟΣ Β. ΙΩΑΝΝΗΣ

Μας εξέπληξε ευχάριστα ο φίλος Γιάννης Ντινόπουλος, συμμαθητής από το Γυμνάσιο της Δίβρης όταν μας ανακοίνωσε την κυκλοφορία του πρώτου βιβλίου του: «ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΡΕΣΕΨΙΟΝΙΣΤ».

 Σχεδόν όλα εμείς τα χωριατόπουλα μόλις «ανοίξαμε τα φτερά μας», επιλέξαμε να κάνουμε διάφορες δουλειές για λόγους επιβίωσης έτσι και ο Γιάννης, ακολούθησε τα ξενοδοχειακά επαγγέλματα και τα υπηρέτησε με συνέπεια για 40 περίπου χρόνια. Η κλίση του όμως θα ήταν γύρω από τις νομικές επιστήμες, διπλωματία ακόμη και φιλοσοφία. Όλα όμως για κάποιο λόγο γίνονται…! 

Μέχρι να έρθει το βιβλίο στα χέρια μας κάναμε διάφορες σκέψεις σχετικά με τον τίτλο καθότι γνωρίζουμε τον Γιάννη και τον χαρακτήρα του από δωδεκάχρονο τσορομπίλι.

Στο γυμνάσιο στην Δίβρη, ήταν σοβαρός, ευγενικός και γεμάτος κατανόηση, φιλοφρονητικός με το έτερο φύλο, καλός συζητητής αλλά εκεί που χρειαζόταν έριχνε και τα “βέλη του”.

Αυτά τα “βέλη” στριφογύριζαν στο μυαλό μας και δεν πέσαμε έξω, σχετικά με τις απολαυστικές ιστορίες που μας περιγράφει.

Καπετάνιος στην γέφυρα της ρεσεψιόν όπως λέει, μας ταξιδεύει σε «απάνεμα νερά» ύστερα από τις φουρτούνες της πανδημίας που διανύσαμε.

 Οι 63 ξεχωριστές εμπειρίες του Γιάννη, «ρολάρουν» ευχάριστα η μια μετά την άλλη και φτάνεις στο τέλος του βιβλίου χωρίς να το χορτάσεις. 

Ξετυλίγει με μαεστρία το «αδράχτι» με τους χαρακτήρες των προσωπικοτήτων που συναντά, τα βιώματα, τις επιθυμίες και τις ανησυχίες τους, κομίζοντας παράλληλα στον αναγνώστη δυνατά διδάγματα ζωής που απορρέουν από τα προτερήματα και τις αδυναμίες των πελατών του ξενοδοχείου.

Είναι ένα βιβλίο με το ιδιαίτερο χιούμορ και την διεισδυτική ματιά του Γιάννη που προχωράει πέρα από το προβλέψιμο και μένει αξέχαστο!

Κώστας Παπαντωνόπουλος, θεριστής 2021

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΒιβλιοΠανόραμα στην Αμαλιάδα αλλά μπορείτε να το προμηθευτείτε και από τον συγγραφέα στα τηλέφωνα: 210 2222369, 6971982187


 

Τετάρτη 10 Μαρτίου 2021

Ο Αστυνόμος και ο Κουμπούρας από τη Γιάρμενα

 Γράφει ο Κώστας Παπαντωνόπουλος

Γύρω στα 1965 στην Γιάρμενα, έγινε το παρακάτω περιστατικό που μας αφηγήθηκε ο φίλος Γιώργος Ν. Μαρκόπουλος στις 26.08.2017 στην πλατεία στο Αντρώνι.

Ο Νικολής ο Κουμπούρας που καταγόταν από το Αντρώνι και είχε πάει σώγαμπρος στην Γιάρμενα, είχε ένα σκυλί που γαύγιζε έντονα.

Ο αστυνόμος από του Κούμανι με το επώνυμο Ζωγράφος, επισκεπτόταν ταχτικά την Γιάρμενα. Παράλληλα όταν έκανε τις καθορισμένες περιοδείες στις γειτονιές του χωριού είχε παρατηρήσει, ότι το σκυλί γαύγιζε και ήταν αρκετά επιθετικό.

Ειδοποίησε τον Κουμπούρα να μαζέψει και να δέσει το σκυλί του αλλά ο Κουμπούρας αδιαφορούσε.

Ο αστυνόμος από τις πολλές επισκέψεις του στη Γιάρμενα φοβέριζε το σκυλί. Το ζωντανό που ως γνωστό θα του την «φύλαγε», (ίσως να είχε φάει και καμιά με την γκλίτσα του αστυνόμου) σε μια τελευταία επίσκεψη του επιτέθηκε και τον δάγκωσε άσχημα στο πόδι.

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2020

Ντίνος ο Κλεινδιώτης

Γράφει ο Κώστας Παπαντωνόπουλος

Ο Ντίνος Κλεινδιώτης μπορεί να θεωρηθεί ως περιστασιακός κλέφτης, αφού η παρανομία του περιοριζόταν στα χρονικά όρια της μιας νύχτας και στη συνέχεια επέστρεφε τα «κλοπιμαία».

Στο ξακουστό πανηγύρι του Βάραγκα Ωλένης, που διεξάγεται στις 23 Σεπτεμβρίου, ο Ντίνος γνώρισε μια κοπέλα και την αγάπησε. Αυτή όμως καταγόταν απ’ άλλο χωριό και ο Ντίνος φλεγόταν από το πάθος και επεδίωκε να τη συναντά καθημερινά. Επειδή όμως το χωριό του ήταν μακριά από αυτό της αγαπητικιάς του, βρήκε μια εύκολη λύση όπου κάθε βράδυ έκλεβε από ένα άλογο που ήταν δεμένα στις καλαμιές και πήγαινε να τη βρει. Το πρωί επέστρεφε το άλογο εκεί απ’ όπου το είχε πάρει. Αυτό γινόταν αρκετό καιρό.

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2020

Μην είναι κλέφτες που ’ρχονται

Του Κώστα Παπαντωνόπουλου, Πλίεγκα

Ο Δημητράκης Βερβίτας και ο Γιαννάκης Γεωργόπουλος, και οι δυο τους μπατζανάκια από το Κούμανι, είχανε παγιωμένο στ’ αρρεβωνάδια του μικρού κουνιάδου τους. Την ώρα που ερχόσαντε εκεί στη Βαρυτούρκα απαντηθήκανε με κάνα πεντάρι καβαλαραίους, εκεινού του κερατά του Σεϊντάγα.

Εκείνοι τους ρωτήσανε, από πού ερχόσαντε ρε σκυλιά; Ο ένας από δαύτους τήραξε να ιδεί τι έχει μέσα σ’ ένα μισόσακκο ο Γιαννάκης που ήτανε σφικτοδεμένο στα πισινά κολιτσάκια του σαμαριού, του αλόγου του. Μέσα είχε λίγο καπινό, το πάγαινε στον γέρο πατέρα του τον Ασημάκη.

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2020

ΝΤΑΡΜΑ ΑΣΗΜΩ ή ΝΤΑΡΜΟΝΥΦΗ

Γράφει: o Κώστας Παπαντωνόπουλος, Τρυγητής 2020

Η Ασήμω Ντάρμα ήταν γυναίκα του Θοδωράκη Ντάρμα από το χωριό Σκλήβα, με καταγωγή από το Γερμουτσάνι (συνοικισμός του οικισμού Αγράμπελα) το γένος Λαγού. Ήταν μια ψηλή γεροδεμένη γυναίκα με ανδρική κορμοστασιά. Κατά την επανάσταση του 1821 ήτανε κάπου τριάντα χρονών. Ο άνδρας της τραυματίσθηκε σε κάποιο άγνωστο επεισόδιο, έπαθε γάγγραινα και πέθανε νεότατος, αφήνοντας την Ασήμω χήρα μ’ ένα κορίτσι.

Τον Δεκέμβριο του 1825 όταν έγινε η επέλαση του Ιμπραήμ πασά κατά των χωριών της Πηνείας, οι ορδές του απ’ όπου περνούσαν, λεηλατούσαν, σκότωναν, βίαζαν και τέλος πυρπολούσαν τα πάντα. Η Πελοπόννησος, η Ηλεία, η Πηνεία και η Ορεινή Ηλεία δέχθηκαν μεγάλες συμφορές και ο άμαχος πληθυσμός όταν αντιλαμβανόταν να πλησιάζει ο εχθρός κατάφευγε στα δάση, σε απομακρυσμένες χαράδρες, σε σπηλιές και πολλοί εξ αυτών ανέβαιναν στις βουνοκορφές του Ωλονού για περισσότερη ασφάλεια.

Παρασκευή 3 Μαΐου 2019

ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΜΠΟΥΚΟΒΙΝΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΧΑΛΑΜΠΡΕΖΑΣ


Καταγραφή Ηλίας Τουτούνης

Σε κάθε τόπο και σε κάθε χωριό παλαιά λέγανε ότι τρυγύριζαν τα στοιχειά. Ευτούνα τα στοιχειά, άλλες φορές τρώγανε τον κόσμο και άλλες φορές τον φυλάγανε. Στο χωριό Παλιομπουκοβίνα λέγανε ότι το στοιχειό τους ήτανε ένα αστεράτο* δαμάλι που πολέμαγε με μια λιάρα αγελάδα από την Χαλαμπρέζα, στην βρύση του χωριού. Λέγανε ότι άμα νικηθεί το ένα από τα δυο θεριά, τότενες θα χαθεί ούλο το χωριό του.
Πρώτα μολογάγανε ότι ζυγαρώνανε (μαρκαλιόσαντε) με το δαμάλι, και μετά το ζευγάρωμα μαλώνανε και άμα νίκαγε το αστεράτο δαμάλι που ήτανε από ξένο χωριό τότενες θα χανότανε η Χαλαμπρέζα, ενώ άμα νίκαγε η λιάρα αγελάδα, τότενες θα χανότανε η Παλιομπουκοβίνα.
Η λιάρα αγελάδα της Χαλαμπρέζας νόησε ότι δεν δυνώτανε να τα βγάλει πέρα με το τρανύτερο αστεράτο δαμάλι της Παλιομπουκοβίνας και μια μέρα εκεί που βόσκαγε στο χωράφι καποιανού Χαλαμπρεζαίου, που τόνε λέγανε παρατσούκλι Ζούδιαρη, γιατί ευτούνος τις νύχτες και το καταμεσήμερο το Καλοκαίρι, λέγανε τάχατις ότι πάλευε με τα στοιχειά. Εκεί τόνε βρήκε η λιάρα αγελάδα και μεταμορφώθηκε σε άνθρωπο και του είπε.

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2019

ΤΟ ΝΤΑΟΥΤΑΙΪΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ

Καταγραφή Ηλίας Τουτούνης
Μολογάγανε παλαιά οι γριγιές, ότι εδώθενες στου Νταούτι, κάτου στο μύλο κάποτις ήτανε ένα τρανό στοιχειό που ’τρωγε τους αντρώπους. Ευτούνο ούλο τον γκαιρό τρούπωνε και κρυβότανε μέσα στη γης και έβγαινε όξω, σάματις πείναγε! Πότενες έβγαινε το γιόμα και πότενες την νύχτα. Μια βολά μολογάγανε, ένας από του Νταούτι από του Χροναίους, είχε χάσει ένα μουσκάρι κάνα δυο- τρίο μηνώνε. Έψαξε ούλο τον ντόπο να το ηβρεί, αλλά πουθενά τίποτις, λες και είχε ανοίξει η γης και το κατάπιε. Ένα από τους Γιανναίους, του είχε ειπωμένο ότι τάχατις το πιάσανε και το φάγανε οι κλέφτες οι Τζιμικαίοι από τις Βελιτσές. Όμως εφτούνος δεν το επίστεψε και το έβαλε αχμέτι – μωχαμέτι να ψάξει ούλο τον ντόπο να το ηβρεί. Ένα βράδυ μεσάνυχτα, που γυρνολόγαγε πέρασε και όξω από τον μύλο. Εδεκεί τι έγινε κανένας δεν ξέρει, ούτε είδανε ούτε αγκουρμαστήκανε τίποτα. Τη άλλη μέρα τόνε ηβρήκε ο μυλωνάς ο Σκούρτης φαγωμένονε, μόνο τα κόκκαλα και τα σκουτιά του κουρελιασμένα είχανε ξεμεινεμένο. Μονάχα η τραγιάσκα δεν είχε πειραχτεί, ήτανε πεσμένη παρέκει, ούτε στάλα αίματα ούτε σκίσιμο δεν είχε.  Ο μυλωνάς ζουρλάθηκε μπίτι ο δόλιος, γιατί έγινε τέτοιο πράμα και δεν μπήρε τίποτις χαμπάρι. Είπε ότι μέχρι τα μεσάνυχτα άλεθε ο μύλος και δεν άκουσε τίποτις, ούτενες σκουσμάρια, μα ούτενες και τίποτα άλλο. Τότενς μαζώχτηκε ούλο το χωριό, μέχρι και τα τσορομπίλια και τηράγανε τον ξεκοκκαλιασμένονε άντρωπο και από την τρομάρα τους και την ανατριχίλα τους ήσαντε ούλοι τους κερωμένοι, σα κερολείψανα.

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2018

Πλιέγκας 1900- 1978, 40 χρόνια από το θάνατό του


Γεννήθηκε στο Αντρώνι το 1900 από τον Αργύρη Παπαντώνη και την Ελένη Παπούλια[1] (Ρούσου), από το Κούμανι. Η Ελένη Παπούλια (Ρούσου) ήταν μια πανέμορφη γυναίκα που άφησε όνομα στην περιοχή. «Σαν την Ελένη» έλεγαν. Αδέλφια της ήταν η Γιαννούλα[2], η Καλλιόπη[3], η Χρυσάνθη[4] και ο Βασίλης[5].
Η Ελένη όπως είπαμε, παντρεύτηκε τον Αργύρη Παπαντώνη (Πλιέγκα), με απογόνους τον Κώστα (Κωστάκη Πλιέγκα)- Παπαντωνόπουλο (που δεν είχε παιδιά) και τον Νικόλα (Πλιέγκα) Παπαντώνη που έκανε τον Αργύρη[6], τον Γιώργη[7] και τον Θοδωρή,από όπου προέρχεται και η αφεντιά μας. Τα παιδικά χρόνια του Κωστάκη του Πλιέγκα ήταν πολύ δύσκολα με μεγάλη φτώχεια.
Σχολείο[8] πήγε το 1907 απευθείας στο καινούριο, δυο τρεις τάξεις μόνο και έμαθε γραφή και αριθμητική. Η κύρια ασχολία του ήταν η γεωργία και από μικρός ως νέος δούλευε αξίνα στον κάμπο,από ήλιο σε ήλιο και έπαιρνε 2 δραχμές την ημέρα.  Μας είχε αφηγηθεί πολλές ιστορίες από την θητεία του στο στρατό, αφού συνέπεσε με την Μικρασιατική καταστροφή.
Παντρεύτηκε την Αγγελική (1908-2001) την πρωτότοκη κόρη του Δημήτρη Παπαντώνη[9] (Μπούκη). Την οποία έκλεψε[10] δύο φορές. Την πρώτη φορά, τον έκλεισαν στη φυλακή για αποπλάνηση ανηλίκου. Ωστόσο δεν τον πείραξε η φυλακή, αλλά ότι τον "κούρεψαν", πράγμα που θεωρείτω για την εποχή μεγάλη προσβολή. Όταν βγήκε, δεν έκατσε έτσι, έψαξε και βρήκε αυτόν που τον πρόδωσε και του ανταπέδωσε, κούρεμα με το προβατοψάλιδο.

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014

Η ΠΑΡΘΕΝΙΑ ΤΗΣ ΑΛΑΝΙΑΡΑΣ ΝΥΦΗΣ



Μια φορά, σε κάποιο χωριό του τόπου μας, ήτανε μια γυναίκα αλανιάρα, που είχε βρωμίσει ούλο το χωριό με τα τερτίπια της. Όμως καθώς λέει ο λαός: «Να ’χα πουτάνας ρίζικό, να ’χα πουτάνας τύχη», ότι και να έκανε η τύχη της μια μέρα άνοιξε μ’ ένα καλό παιδί, χωριατόπαιδο νοικοκυρόπαιδο, που την αγάπησε πολύ και θέλησε να την κάμει γυναίκα του. Αφού τα φτιάξανε και τα βρήκανε μεταξύ τους, κανονίσανε να κάνουνε τον γάμο με τρικούβερτο γλέντι και ταβούλια. Η μάνα του όμως, ψάχνοντας και κουβεντιάζοντας με γνωστούς από το χωρίο της νύφης, έμαθε ότι η μέλλουσα νύφη της δεν ήταν παρθένα και αυτό δεν άρεσε καθόλου στην οικογένεια του γαμπρού και η γκρίνια πήγαινε και εχότανε καθημερινά.
-Τι της ζήλεψες παιδάκι μου; Αυτή την περπατημένη! Όμορφος είσαι, νέος είσαι νοικοκύρης είσαι τι άλλο θέλεις; Του τσιριμόνιαζε τ’ αυτιά η μάνα του.
-Τήρα να την παρατήκεις και να βρεις μια καλή τσουπούλα, ας είναι και φτωχειά. Ευτούνη δεν είναι για το κονάκι μας, διώχτη να πάει στο διάβολο και άκου εδώ: «Το μοναστήρι να ’ναι καλά κι’ από καλογέρους βρίσκουμε»! Του έλεγε και ο πατέρας του.
Ο γιος της, όμως δεν έκανε πίσω με τίποτα, λες και είχε φάει το μαγιοβότανο, απάνου κατ’ απάνου, σώνει και καλά, να την παντρευτεί. Και τι να κάνουν, οι δικοί του; Θα ντροπιαστούνε στο χωριό με την παρθενιά της νύφης, διότι την άλλη μέρα από το μυστήριο να βγάλουνε το ματωμένο σεντόνι το πρωί στην βεράντα τους.

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2014

Ο ΠΑΠΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΒΟΛΟΣ


    Κάποτε λέγανε, απογιοματάκι παραμονή της Αγιάς Παρασκευής, ένας παπάς διάβαινε, καβάλα στο βασταγουράκι του, σ’ ένα μεγάλο ξερόκαμπο και τράβαγε για το διπλανό χωριό που είχανε πανηγύρι. Τον είχε καλέσει, ο γαμπρός από την αδελφή του, και παπάς της ενορίας, να συλλειτουργήσουνε, να κάνουνε την περιφορά της εικόνας και μετά να κονέψει στο σπίτι του να φάνε κοιμηθούνε και την άλλη μέρα ανήμερα το πανηγύρι να λειτουργήσουνε στην εκκλησιά.
Ο κάμπος ήτανε απέραντος και καθώς διάβαινε αργά- αργά με το γαϊδαράκο του, φούντωσε μια τρανή μαυροσυγνεφιά άρχισε το μπουμπουνηχταριό και μέσα σε λίγη ώρα έφερε ένα δυνατό μπουρίνι που σειότανε ο τόπος κι ο ουρανός από τον ανεμοβρόχι. Ο δόλιος ο παπάς, βλέποντας να έρχεται το μπουρίνι, διβόλιζε το μυαλό του που να βρει να τρουπώσει να περάσει ευτούνη η θεομηνία.  Τήραγε από εδώ και από εκεί μη τάχατις βρει κανένα μουτούπι ή κανένα δέντρο. Μάταιο όμως όσο έκοβε το μάτι του δεν έβλεπε τίποτα ο κάμπος είχε μόνο ξεράγκαθα χορτάρια και λίγα κατσόδεντρα. Και να μόλις αρχίσανε να πέφτουνε οι πρώτες ψιχάλες τρανές σαν τα κάλπικα δεκάρικα. Τότε, μη έχοντας να κάνει τίποτα άλλο, σκέφθηκε μια κουτοπονηριά για να γλιτώσει την βροχή, αλλά και να μην του βραχούνε τα ράσα, γιατί ήθελε να λειτουργήσει και πότε θα τα στέγνωνε. Έπιασε και έδεσε τον γάιδαρό του με το καπίστρι από ένα κλαράκι και τον ξεσαμάρωσε. Μετά, τσάκα- τσάκα γδύθηκε, τρούπωσε τα σκουτιά του, κάτου από το σαμάρι και στην συνέχεια χώθηκε ο μαύρος κάτω από την κοιλιά του γαϊδάρου για να γλιτώσει τ’ ανεμοβρόχι. Ο γαϊδαράκος ήτανε ήμερο πραματάκι και δεν κουνήθηκε ρούπι μέχρι που πέρασε το μπουρίνι. Μόλις σταμάτησαν να πέφτουν και οι τελευταίες ψιχάλες ο παπάς, ξετρούπωσε από την κοιλιά του γαϊδάρου, έβγαλε και τα σκουτιά από κάτω από το σαμάρι και με την φανέλα του σκουπίστηκε όπου ήτανε βρεγμένος, μετά ντύθηκε χτενίστηκε και αφού σαμάρωσε τον γάιδαρο έριξε απάνου στο σαμάρι το χράμι που είχε κρύψει και αυτό μαζί με τα σκουτιά του και δεν είχε βραχεί, καβάλησε πάλενες τον γάιδαρο και κίνησε το δρόμο του για το χωριό.  

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2013

Τα φλουριά τ’ Αγιάννη

Μια φορά σε τούτο τον δικόνε μας τόπο, ήτανε ένας πολύ καλός φτωχούλης άνθρωπος και μπίτι αγαθούλης, με μια λυκουνιά παιδιά στην λάκκα. Έμενε μακριά από το χωριό στριμωγμένος σε μια παλιοχαμοκέλα και πιο πέρα είχε και ένα μικρό καλυβάκι με καμιά δεκαριά μαρτινούλες με λίγα χωραφάκια ξερικά και κανά δυο μεροδούλια ποτιστικό, κάτου από την βρυσούλα του Αγιάννη. Ήτανε παιδί μυλωνά και είχε κληρονομήσει ένα καλό μύλο. Έλα μου όμως που μπροστά από κανά δυο χρόνια, έκανε ένα τρανό σεισμό και στέρεψε το νερό από το κεφαλάρι και έμεινε ο μύλος ξερικός. Και έτσι ο Γιάννης, έμεινε από δουλειά και έσπρωξε να βρει αλλού, κανένα άλλο μύλο, αλλά δεν βρήκε πουθενά. Όταν ανοίγανε οι δουλειές στον κάμπο, έπαιρνε δυο τσόλια σε μια μπαντανία και κατέβαινε μαζί με τους συγχωριανούς του για σκάψιμο, χαράκι, θέρο, τρύγο και για το λιομάζεμα. Έτσι κουτσά- στραβά με ευτούνα και με κάτι μαρτινούλες που είχε, πέρναγε και μεγάλωνε και τα παιδιά του.
Μια παλιοχρονιά, ο μαύρος ροβολώντας στο σκαλί για να βοσκήσει τα μαρτίνια του παραπάτησε, έπεσε και έσπασε το ένα του ποδάρι και εκείνη την χρονιά δεν πήγε για ελιές για να φέρει το λάδι της χρονιάς του. Η γυναίκα του, η Βγενικούλα, στενοχωριότανε και μέρα-νύχτα μουρμούριζε:
-Τι θα απογίνουμε φέτος Γιάννη μου, τι θα φάνε τα παιδιά μας; Τι κακοχρονιά, μας βγήκε τούτη.
-Σώπα, Βγενικούλα μου! Την ’σύχαζε ο Γιάννης. Σώπα, χρονιά είναι και θα περάσει. Και να σου πω και κάτι τις. Άμα θέλει ο Θεούλης μας δίνει και μας παίρνει όλα του τα καλούδια. Βλέπεις ήτανε θέλημα Θεού. Μην φοβάσαι, δεν μας αφήνει να χαθούμε έτσι, έχει κάνει το κουμάντο του.

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2013

«Η κόρη του Αγά της Πάτρας» - «Πάρε με και μένα Θανάση» Αφήγηση του Θαν. Πανόπουλου

Πριν από τέσσερα χρόνια, στις 6 Ιουνίου του 2009, συναντήσαμε τον αείμνηστο μπαρμπα-Θανάση Πανόπουλο στο καφενείο που διατηρούσε στο Πανόπουλο. Ο Θανάσης ήταν έξυπνος και εύστροφος άνθρωπος. Είχε το πρώτο βενζινάδικο –βουλκανιζατέρ  στο Πανόπουλο και παρότι αυτοδίδακτος τεχνίτης εκτελούσε άψογα όλες τις τεχνικές εργασίες των οχημάτων της περιοχής.
Στις ερωτήσεις μας για το αεροδρόμιο στο Πανόπουλο, έργο που είχε κατασκευαστεί κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, μπόρεσε να θυμηθεί ακόμη και τα ονόματα των επιτηρητών αξιωματικών.
Στη συνάντηση ήταν μαζί μας και ο μπαρμπα-Παναγιώτης Λαζαράκης (Τσακουμάκης) που με τα καλαμπούρια του διέκοπτε και αποσυντόνιζε την κουβέντα μας. Παρόλα αυτά, στο λίγο διάστημα που βρεθήκαμε με το Θανάση Πανόπουλο, είχαμε την ευκαιρία να μας εξιστορήσει δύο ιστορίες από την εποχή της Τουρκοκρατίας, ιστορίες που μεταφέρθηκαν σε αυτόν από γενιά σε γενιά.
Η πρώτη αναφερόταν στον Αγά του Λάλα, που τον ονομάζει Κασιδιάρη (εμείς εκτιμούμε ότι είναι ο Ραΐτ Αγάς ο κουτσός ή Κουτσοραΐτ), που επεδίωκε να βάλει στο χαρέμι του την πανέμορφη μοναχοκόρη του Αγά της Πάτρας. Για τον σκοπό αυτό ο Αγάς του Λάλα χρησιμοποίησε τον αρματολό Πάνο Πανόπουλο.

Πέμπτη 25 Απριλίου 2013

ΛΑΜΠΡΩ Η ΛΥΚΟΥΡΟΠΟΥΛΑ

  Η Λάμπρω, είναι ένα πασίγνωστο δημοτικό τραγούδι με πολλές παραλλαγές τραγουδιέται σχεδόν σ’ ολόκληρη την Ελλάδα. Αρκετές περιοχές της πατρίδας μας, το οικειοποιήθηκαν, αποδίδοντας αυτό σε ντόπια πρόσωπα και γεγονότα. Εδώ στην Ηλεία το συγκεκριμένο τραγούδι, αναφέρεται στην Λάμπρω Λύκουρα ή Λυκουροπούλα.
 
  Η Λάμπρω, κατά την παράδοση, ήταν γυναίκα του Αντώνη Λύκουρα (παρατσούκλι Τσαγκραντώνη), από το χωριό Κουτσοχέρα του πρώην δήμου Ωλένης. Η Λάμπρω συνελήφθη κατά τα τέλη Νοέμβρη 1825, σε κάποια ληστρική επιδρομή των στρατευμάτων του Ιμπραήμ Πασά στην Πηνεία και στην Ωλένη. Μόλις οι κάτοικοι του χωριού αντιλήφθηκαν τους Τουρκοαιγύπτιους να κοντοζυγώνουν στο χωριό τους, πήραν ότι πρόχειρο μπορούσαν και κρύφθηκαν στους λόγγους και στο πευκόδασος της περιοχής. Το ίδιο έπραξε και η νεαρή τότε Λάμπρω, η οποία μέσα στο πανδαιμόνιο που ακολούθησε, το μόνο που σκέφθηκε ήταν το αχρόνιαστο μωρό της. Χωρίς να χάσει χρόνο, το άρπαξε στην αγκαλιά της και σαν το αγρίμι, ροβόλησε στην ρεματιά και τρύπωσε στους λόγγους. Όμως ήταν πολύ άτυχη, διότι καθώς οι διώκτες έψαχναν μέσα στους λόγγους για να συλλάβουν αιχμαλώτους, άκουσαν το κλάμα του μωρού της την εντόπισαν αμέσως και την βρήκαν αγκαλιά με το παιδί της, κρυμμένη σε μια βατουκλιά. Την συνέλαβαν χωρίς να προσφέρει καμιά αντίσταση και σκότωσαν επί τόπου το μωρό. Στην συνέχεια, εφόσον την βίασαν διαδοχικά, την έδεσαν μ’ ένα σχοινί πίσω από ένα άλογο και την σύρανε κοντά τους, μαζί και με αρκετούς αιχμαλώτους από την περιοχή.

Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012

ΕΝΑ ΘΑΥΜΑ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΣΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ

 
Τα Κωστουρεΐκα, ήταν δυο τρία σπίτια στη θέση, βάλτος τον Αϊ – Λέϊκος κοντά στο χωριό Άγιος Ηλίας της Πηνείας. Λεγόταν Κωστουρέϊκα διότι εκεί τα σπίτια ήσαν των Κωστουραίων που η καταγωγή τους ήταν από το χωριό Λουσσοί (Σουδενά) Καλαβρύτων. Τότε γινόταν ένας γάμος, πάνω στο γλέντι έγινε μια παρεξήγηση και οι Κωστουραίοι τότε σκότωσαν κάποιον Νικόλαο Λάζαρη.

Παρασκευή 2 Μαρτίου 2012

Μια τυχαία διάσωση αντάρτη στο Σινούζι


  Θα ’τανε αρχές, κάνε μέσα Φλεβάρη, o μπάρμπα-Λιάς, ο Ντανίκας, από το χωριό Σινούζι, φόρτωσε τον γαϊαράκο του με δυο σακιά φουσκιά και κατηφόρισε να πάει να τα σκορπίσει στ’ αμπελάκι του κάτου στα Μπουρλούμια. Μόλις έφτασε στ’ αμπέλι τα ξεφόρτωσε και σιγά-σιγά τα σκόρπισε, στ’ πιο αδύνατα κλήματα. Μόλις τέλειωσε, ακούμπησε μπροστά σε μια μεγάλη πέτρα (βράχο), στο προσήλιο και έστριβε τσιγάρο, με καπνό και φύλλο από πούσι. Έριξε χαμηλά την σκούφια του, για να μην τον στραβώνει ο Φλεβαριάτικος ήλιος και ακούμπησε την πλάτη του στην ριζιμιά πέτρα να ξεκουραστεί και χάζευε τηρώντας την απέναντι μεριά προς την Ράχη. Σε κάποια στιγμή πετάχτηκε λες και τον τσίμπησε κάποια σφήκα, σηκώθηκε όρθιος  και κέντρισε το βλέμμα του απέναντι στην Αγιά Τριάδα κατά το Νταρέϊκο. Εκεί είδε πολύ στρατό να έχει ακροβολιστεί και ν’ ανεβαίνουν προς την Ράχη. Τι στο διάβολο να συμβαίνει αναρωτήθηκε από μόνος του. Τόσος στρατός στο καταράχι, τι να γυρεύουνε.