Κούμανι και Αντρώνι ο θεός να σε γλυτώνει και αν περάσεις από τη Γιάρμενα θα σε ψήσουνε στα κάρβουνα και αν περάσεις από τη Δίβρη θα σε φάει το μαύρο φίδι.
Παστούρωμα (ή μπαστούρωμα ή περδούκλωμα ή κιουστέκι ή περδούκλι) στην τοπική διάλεκτο λέγεται “πεδούκλι”, μπουκαγιά ή και αλπουτζάρισμα είναι το μεταξύ τους δέσιμο των ποδιών ενός ζώου. Συνήθως για να πεδουκλώσει κάποιος ένα ζώο έδενε το ένα μπροστινό και ένα πίσω της ίδιας πλευράς ή χιαστά ή και τα πόδια ανά δύο δεμένα το λεγόμενο διπλοπεδούκλι.
Πεδούκλι κατά μια άποψη η λέξη προέρχεται από το λατιν. Pediculus που σημαίνει πόδι. Κατ’ άλλους από τον συμφυρμό των λατιν. pedica που σημαίνει δεσμός pedoula, πληθ. του pedoule που σημαίνει πέλαμα, πόδι.
Ο χερόμυλος ή αλευρολίθαρο είναι ο οικιακός χειροκίνητος αλευρόμυλος όπου, μέχρι την προβιομηχανική περίοδο, άλεθαν σιτηρά για την παραγωγή αλεύρων. Η ονομασία του προήλθε από τις δύο σύνθετες λέξεις (χέρι & μύλος). Ο μύλος αυτός είναι κατασκευασμένος από ελαφρόπετρα για να μην είναι βαρύς, να μετακινείται εύκολα και να είναι ευκολόχρηστος. Είναι ένα αρχαίο οικιακό σκεύος και οι πρόγονοί μας το έλεγαν χειρομύλη, χειρομύλιον, και ήταν ένας μικρός, κυκλικο-επίπεδος, χειροκίνητος μύλος άλεσης και η γυναίκα που τον δούλευε λεγόταν αλέστρα.
Αυτό το χειροκίνητο εργαλείο αποτελούταν από δύο ανεξάρτητα λιθάρια που μοιάζουν σαν τροχοί. Βασικά τα λιθάρια είχαν πάχος περίπου 10-12 εκατοστά του μέτρου και η ακτίνα του χερόμυλου περίπου από 25 έως 30 εκατοστά. Υπήρχαν δύο ειδών μυλόπετρες οι άξεχτες ή αστεφάνωτες και οι στεφανωμένες ή ζωναριασμένες. Οι ζωναριασμένες εξωτερικά του γύρου του τροχού ήταν καλυμμένες μ’ ένα μεταλλικό στεφάνι-ζωστήρα, για να μην τσακίζονται στις άκρες.
Η τοποθέτηση του στεφανιού γινόταν με τον εξής τρόπο. Εφόσον πελέκαγαν τα λιθάρια και του έδιναν την τελική τους μορφή, τότε κατασκεύαζαν και το στεφάνι, του οποίου η περίμετρος ήταν ελάχιστα χιλιοστά μεγαλύτερο από την περιφέρεια του λιθαριού. Τότε για να μπει (φορεθεί) γύρω και να στερεωθεί καλά, ζέσταιναν το στεφάνι στην φωτιά και αυτό διαστελλόταν. Μόλις είχε πυρακτωθεί για τα καλά, το περνούσαν γύρω από το λιθάρι και μόλις πάγωνε συστελλόταν και έσφιγγε γύρω- γύρω από το λιθάρι και δεν έβγαινε.
Τα πιο επικίνδυνα χούια (ελαττώματα) που είχαν τ’ άλογα, τα γαϊδούρια και τα μουλάρια ήταν το πρόγκηγμα και το κλώτσημα που ως το πιο επικίνδυνο εξ αυτών θεωρείται το μουλάρι (ημίονος).
Μια λαϊκή μας παροιμία λέει: «Να σε φυλάει ο Θεός από τα μπροστινά του καλογέρου και από τα πισινά μουλαριού!». Οι πιο επικίνδυνες κλωτσιές που έριχναν ήταν αυτές με τα πισινά πόδια τους. Μπορούσαν να κλωτσήσουν απροειδοποίητα «στα καλά καθούμενα» και πολλές φορές όταν ήταν σε πλήρη χαλάρωση.
Η ταυτόχρονη κλωτσιά με τα δύο πισινά πόδια όταν ζύγωνε κάποιος το ζώο από πίσω, ήταν πολύ επικίνδυνη ιδίως για μικρά παιδιά που ανάλογα με το ύψος τους τα κτυπούσαν στο κεφάλι ή στην κοιλιακή χώρα.
Το ζώο που κλωτσούσε στην τοπική διάλεκτο έλεγαν «τσινάει» ή είναι «τσινιάρικο».
Οι άνθρωποι που είχαν τέτοια ζώα είχαν «γευθεί» τις κλωτσιές τους, άλλοι μ’ ελαφρά κτυπήματα, τραυματισμούς, κατάγματα οστών και άλλοι έμειναν ανάπηροι ή και θανατώθηκαν.
ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΜΑΛΛΙΟΥ Το μαλλί ανέκαθεν ήταν η κυριότερη ύλη για την ύφανση του ρουχισμού. Για να φθάσει στην διαδικασία της ύφανσης, η επεξεργασία του μαλλιού ήταν χρονοβόρα και επίπονη. Άρχιζε από το βράσιμο σε καζάνια με καθαρό νερό να φύγει ο πίνος, κρύωμα και χτύπημα με τον κόπανο, συνέχεια ξέβγαλμα στο νερό, στέγνωμα στον ήλιο, ξάνοιγμα, λανάρισμα (ξάσιμο στα λανάρια). Έπειτα ακολουθούσε το γνέσιμο, για το οποίο χρησιμοποιούν τη ρόκα ή το αδράχτι, όπου τυλίγεται η έτοιμη κλωστή και το σφοντύλι που δίνει βάρος στο αδράχτι και δυναμώνει την περιστροφική κίνηση. Στην Πηνεία έγνεθαν χωρίς σφοντύλι αλλά με σχέτη την δρούγα όπου την περίφερε η γνέστρα με το ένα της χέρι για να στρίβει το μαλλί.
Παλιά πριν τα αλωνιστικά μηχανήματα (πατόζες) φθάσουν στα χωριά, το αλώνισμα γινόταν με τα ζώα. Όπως γράφει σ’ ένα ποίημά του και ο Γεώργιος Δροσίνης (1859-1951): «Στ’ αλώνια καλοσάρωτα και ξεχορταριασμένα θα ξαπλωθούν οι θημωνιές ξανθόμαλλες πλεξίδες». Μετά το αλώνισμα σειρά είχε η διαδικασία του λιχνίσματος και το δριμόνιασμα, δηλαδή το καθάρισμα του αλωνισμένου δημητριακού από από τις ξένες ουσίες που συναθροίστηκαν κατά το αλώνισμα. Αυτά ήσαν τρίμματα από τις καλαμιές, άγανα, μικρά ξυλαράκια (χάχαλα), χαλίκια, ζωύφια, χώμα, υπολείμματα κοπριών, τρίχες κ.λπ. Έτσι μετά το αλώνισμα με μια τσουγκράνα οι αλωνιστές τραβούσαν πάνω από το αλώνι τα άχυρα εκτός του αλωνιού για να ξελαφρώσουν το αλώνι. Οι δε καρποί κατά το αλώνισμα είχαν πέσει στο έδαφος. Μόλις ξαχυριάζανε το αλώνι, συνήθως το απόγευμα, που φυσούσε αεράκι, γινόταν το λίχνισμα. Το λίχνισμα γινόταν δίπλα από τα αλώνια. Τα αλώνια πάντοτε τα κατασκεύαζαν σε κάποιο επιλεγμένο ιδανικό ψηλό σημείο του χωραφιού, (σύραχο) ή του χωριού, εκεί που κατά τους καλοκαιρινούς μήνες είχε αεράκι. Έπιαναν το δικριάνι με τα δυο τους χέρια και με μαεστρία και επιδεξιότητα το έχωναν μέσα στον σωρό του αλωνισμένου γεννήματος (δημητριακού). Αυτό συγκρατούσε μια ποσότητα όσο μπορούσε να πιάσει, και με μια κίνηση το εκτίναζαν προς τα επάνω ψηλά. Κατά την διαδρομή του γεννήματος από τον σωρό προς τα ψηλά και κατά το πέσιμο του κάτω στην γη, από τον αέρα, ξεχώριζαν και παρασύρονταν λίγο πιο πέρα από τον σωρό, σχεδόν όλες οι ξένες και ελαφρύτερες ουσίες, ανάλογα με την ένταση του αέρα και το βάρος. Ακριβώς κάτω έπεφταν αυτά που δεν μπορούσε να παρασύρει ο αέρας, δηλαδή τα χαλίκια και ο καρπός. Αυτό επαναλαμβανόταν μέχρι να τελειώσει ο σωρός ή όση ώρα επικρατούσε το αεράκι. Ύστερα κοσκίνιζαν τον καρπό, για να φύγουν τα σκύβαλα, δηλαδή οι κόνδυλοι των σταχυών που δεν τους έπαιρνε ο αέρας και όλα τα χοντράδια ή τυχόν πετρούλες και κόπρανα των ζώων.
Ποδιά είναι το περίζωμα, ή εμπροσθέλλα (μπροστέλλα ποδιά του τσαγκάρη, του κτίστη, του μαραγκού) ή το μπροστινό μέρος της γυναικείας καλαισθησίας του φουστανιού (δημοτικό τραγούδι «…Και στης Μαρίας την ποδιά σφάζουνται παλικάρια…»). Μεταφορικά εννοούνται και η ποδιά του βουνού δηλαδή η πλαγιά, η ποδιά του τραπεζιού, το τμήμα του άνω μέρους του τραπεζιού που δύναται να διπλώνει προς τα κάτω. Ναυτικά, ποδιά λέγεται το τμήμα του τριγωνικού ιστίου το οποίον εκ κατασκευής είναι γυρισμένο προς την πλώρη.
Η ποδιά είναι μέρος της παραδοσιακής φορεσιάς της παραδοσιακής των γυναικών. Πλούσια είναι η ποικιλία της διακόσμησης της, σε συνδυασμούς χρωμάτων και της κατασκευαστικής της τεχνοτροπίας από διαφορετικές εθνογραφικές περιοχές, και τοπικές ενδυμασίες. Η φορεσιά ενός λαού, εκφράζει άμεσα –όπως είναι γνωστό- το αισθητικό επίπεδο και τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες τις οποίες βιώνει σε κάθε χρονική περίοδο. Τα χωριά της Ηλείας δεν αποτελούν εξαίρεση και οι φορεσιές των κατοίκων της μαρτυρούν όχι μόνο τις κλιματολογικές συνθήκες του τόπου, αλλά και τα επαγγέλματα των κατοίκων και τις κοινωνικές και οικονομικές τάξεις του.
Σαφώς και πρέπει οι μελισσοκόμοι να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα όταν τοποθετούν τις κυψέλες τους σε πολυσύχναστους δρόμους αλλά εδώ στο δρόμο προς το μοναστήρι της Χρυσοπηγής είναι ζήτημα αν περνούν 2-3 αυτοκίνητα την ημέρα.
Είχα καιρό να δω τέτοιο καταγγελτικό δημοσίευμα από τον κ. Σωτηρόπουλο γι‘ αυτό βγήκα με σκληρά λόγια εναντίον του:
Προσοχή - προσοχή!
Ο «ΣΚΑΙ» της Δίβρης «χτύπησε» πάλι και μας προειδοποιεί ότι: υπάρχει μεγάλος κίνδυνος από δηλητηριώδη δάγκωμα μελισσών που έχουν τοποθετήσει μερικοί φουκαράδες μελισσοκόμοι, πέριξ του δρόμου, στο ελατοδάσος της Δίβρης!
Και μετά αναρωτιούνται γιατί η πρώην κωμόπολη βαδίζει να γίνει συνοικισμός!
Στην φωτό η αφεντιά μου!
Επηρεάστηκα φαίνεται και από προηγούμενες αναρτήσεις του που σε καμία περίπτωση δεν τον τιμούν, γι' αυτό χρησιμοποίησα το ΣΚΑΙ το οποίο δεν είναι δικό μου, το δανείστηκα...!
Θα προσπαθήσω να ρίξω τους τόνους, άλλωστε τα τελευταία χρόνια με είχε ανεβάσει στα επουράνια έναντι των πρώτων που με κατέβαζαν στα τάρταρα.
Πολύ χαίρομαι που βλέπω (εδώ στο διαδίκτυο) την φίρμα «Μέλι Αντρωνίου».
Μπράβο στα παιδιά που κάνουν γνωστό το χωριό μας και μέσα από την επαγγελματική τους δραστηριότητα.
Θα πρότεινα, να ασχοληθούν περισσότεροι νέοι με αυτή την προσοδοφόρο απασχόληση ακόμη και ως επάγγελμα εάν διαθέτουν το μεράκι γιατί η μελισσοκομία είναι πρωτίστως χόμπι.
Ο τόπος μας προσφέρεται για μελισσοκομία διότι μπορεί να δώσει εξαιρετικούς τύπους μελιού με αρκετές φαρμακευτικές ιδιότητες επειδή η πρώτη ύλη θα προέρχεται από μη μολυσμένα βότανα από τα βουνά μας όπως είναι το γαϊδουράγκαθο αλλά και από τα άλλοτε παρεξηγημένα..., όπως είναι το ρείκι, η κουμαριά και η σφάκα με κυρίαρχο το ιερό δέντρο του Δία, τη βελανιδιά που το μέλι της το κατατάσσουν σήμερα ως το ισχυρότερο αντιοξειδωτικό μέλι παγκοσμίως.
Δράττομαι της ευκαιρίας να γράψω δυο λόγια και για την ιστορία των μελισσών και μελισσοκόμων στο Αντρώνι.
Μελίσσια πρωτοεμφανίστηκαν στο χωριό μας στα τέλη της δεκαετίας του 1950 από τον παππούλη μου τον Κωστάκη Πλιέγκα.
Παλαιότερα η καλλιέργεια του καλαμποκιού ήταν αναγκαία για τους κατοίκους της υπαίθρου και καλλιεργούταν σε γόνιμα και ποτιστικά χωράφια. Υπήρχαν όμως και περιπτώσεις όπου καλλιεργούσαν και ξερικά αραποσίτια. Πριν μηχανοποιηθούν οι αγροτικές καλλιέργειες, η σπορά του αραποσιτιού άρχιζε πολύ πιο αργά από τις σημερινές ημερομηνίες περίπου στα τέλη του Μαΐου. Για να ετοιμάσουν το χωράφι για σπορά, όργωναν με το ζωήλάτο αλέτρι δυο φορές για να σπάσουν και να στρώσουν οι μάτσες (σβώλους) και να μαλακώσει το χώμα. Έπειτα το σβαρνίζανε με την ξυλόσβαρνα, για το ίσιωμα του χώματος, την διάσπαση μικρών ματσών και τέλος για την διατήρηση της υγρασίας. Έπειτα έπαιρναν τον σπόρο και τον φύτευαν σε αράδες. Συνήθως το δασοφύτευαν διότι αρκετά εξ αυτών δεν φύτρωναν και δεν τους βόλευε να έχει αριομάδες. Μετά από ένα μήνα από το φύτρωμά του καλαμποκιού, γινόταν ο σκάλος και η αραίωση εκεί που ήταν δασοφυτρωμένα για να μην είναι δασιά και να επιτρέψουν στα υπόλοιπα να έχουν την ιδανική ανάπτυξη του, ενώ αργότερα γινόταν το βοτάνισμα από τ’ αγριόχορτα. Οι εργάτες στον σκάλο έμπαιναν σε πλάγια σειρά και έβγαζε ο καθένας τον έργο ή όργο του, δηλαδή την έκταση που του αναλογούσε σύμφωνα με την σειρά και την λωρίδα του. Ο όρος όργος προσδιόριζε το πλάτος που ισούταν με μια οργιά. Στο ίδιο χωράφι ανάμεσα στις αραποσιτόκλαρες οι χωρικοί φύτευαν και μερικά φασόλια αναρριχώμενα. Και στις άκρες του χωραφιού φύτευαν κολοκυθιές και σπόρια από το φυτό σόργο, όπου από αυτό κατασκεύαζαν τις σκούπες (σαρώματα).
Η ορολογία προέρχεται από την λέξη ξεβγάζω ή ξεβγάνω (ρήμα μετβ.) αόρ: (έ) ξέβγαλα και (έ) ξέβγαινα, μετχ. Παθ. Παρακ. ξεβγαλμένος= ξεπλένω με άφθονο νερό τα πλυμένα ενδύματα προς τελική απαλλαγή αυτών από το σαπούνι, ή προπέμπω κάποιον, εξαποστέλλω, αλλιώς παραβγάζω.
Επίσης σημαίνει απαλλάσσομαι από κάποιον, τον βγάζω από την μέση (Θέλω να ξεβγάλω αυτή την υποχρέωση, ν’ απαλλαγώ αυτής ανταποδίδοντας τα ίδια ή ίσα) και κατ’ επέκταση αφανίζω, θανατώνω «Θα με ξεβγάλεις με όσα μου κάνεις)», «Θα με πεθάνεις».
Ακόμα σημαίνει παραπλανώ, παρασύρω, οδηγώ, θανατώνω, παρασύρω μια γυναίκα στην διαφθορά, οδηγώ ή καταστρέφω κάποιον ηθικά «Τον έχει για ξέβγαλμα», «Τον ξέβγαλε». «Κάτσε να σε ξεβγάλω να μην σε φάνε τα σκυλιά».
Τσατουμάς ή τσατμάς, λέγεται η τοιχοποιία (συνήθως εσωτερική) που αποτελείται κυρίως από ξύλινο σκελετό με κάθετα και οριζόντια ξύλινα στοιχεία (δοκάρια) στήριξης, σε συνάρτηση με μια ξυλότυπο κατασκευή με επίσχρισμα πηλού.
Η κατασκευή λειτουργούσε σαν εσωτερικό χώρισμα των οικιών συνήθως των φτωχότερων ανθρώπων και πολλές φορές για ελαφρύτερη κατασκευή. Αρχικά στηρίζεται και ταυτόχρονα αποτελείται από το οριζόντιο πάνω δοκάρι, σε πολλές περιπτώσεις αποτελεί το δοκάρι της στέγης, στο οποίο καρφώνονταν τα κατακόρυφα (όρθια) στοιχεία του σκελετού, τα οποία λέγονται ορθοστάτες.
Αριστερά και δεξιά αυτού του πλαισίου, συνήθως καρφώνονταν με καρφιά, η δένονταν με φυσικές ίνες καλάμια ή ξύλινες βέργες (λούρες στην τοπική μας διάλεκτο) ή και ξύλινοι πήχεις ισομεγέθεις και κυρίως ίδιου πάχους. Με αυτό καλυπτόταν ολόκληρη η κατασκευή από τον δάπεδο έως το ταβάνι, αριστερά και δεξιά του σκελετού. Η απόσταση μεταξύ τους δεν ξεπερνούσε τα δυο εκατοστά. Αυτή την κατασκευή στον τόπο μας πριν ακόμη επιχρισθεί με άργιλο (γλίνα) την ονόμαζαν καλαμωτή. Σημειωτέον ότι τα καλάμια και τα ξύλα έπρεπε να έχουν κοπεί με φεγγάρι και να είναι αποξηραμένα, επίσης έπρεπε να έχουν αφαιρεθεί και η φλούδα, για λόγους στερεότητας και μακροζωίας της κατασκευής.
Ένα από τα παλιά επαγγέλματα που μας είναι τελείως άγνωστα και έχουν χαθεί ήταν και αυτό του καψάλη ή καψή.
Στην Ελλάδα και ιδίως στην Πελοπόννησο, εντοπίζουμε πολλές οικογένειες με αυτό το επίθετο. Το Καψής προέρχεται από το αγροτικό επάγγελμα του καψή. Ο καψής ή καψάλης ήταν ο ειδικός άνθρωπος να βάζει φωτιές σε καλαμιές και να κάνει αντιπύρια (αντιπυρικές ζώνες με την βοήθεια της φωτιάς), κατά τις μη ελεγχόμενες πυρκαγιές. Στην τουρκική γλώσσα kapsal ή kapsali σημαίνει ο κοινοτικός, ο δημόσιος.
«Πενία τέχνας κατεργάζεται», ανέφερε ο αρχαίος Έλληνας ποιητής Θεόκριτος που έζησε τον 3ον αιώνα π.Χ., δηλαδή η φτώχεια υποχρεώνει τον άνθρωπο να επινοεί τρόπους για την αντιμετώπισή της.
ΚΟΥΡΕΛΙΑΣΜΑ
Όλα τα ρούχα που χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι όποια φθορά κι αν είχαν τα μπάλωναν και τα χρησιμοποιούσαν μέχρι να φθαρούν τελείως. Όταν ένα ρούχο δεν άντεχε άλλα μπαλώματα και έπρεπε να αποσυρθεί, ποτέ δεν το πετούσαν στα σκουπίδια όπως δυστυχώς γίνεται σήμερα.
Πολλές φορές στην καθημερινότητα και κατά τις διαχρονικές λαογραφικές και ιστορικές καταγραφές που έχουμε πραγματοποιήσει, όσοι ήθελαν ή θέλουν ν’ αναφερθούν για κάποιο μικρό και ψιλό σχοινί ή σχοινάκι το αναφέρουν ως λυτάρι ή λιτάρι ή και λυταράκι.
Αυτή η ονομασία λυτάρι ή λιτάρι ή και λυταράκι δυστυχώς δεν πρέπει να προσδιορίζει, κανένα σχοινάκι μικρού μεγέθους. Η ονομασία έχει προσδιοριστεί λανθασμένη και εξακολουθεί να χρησιμοποιείται και ν’ αναμεταδίδεται ως έχει.
Λυτάρι, λυταράκι ή απολυτάρι λέγεται το οικόσιτο ζώο το οποίο, έχει ξεφύγει της προσοχής του ιδιοκτήτη, ή έχει ξεκόψει από το κοπάδι ή έχει λυθεί από το σχοινί που το έδεναν για να βοσκήσει στην ύπαιθρο. Η λέξη προέρχεται από το λύσιμο, λυτό, αυτό που δεν είναι δεμένο, αυτό που λύθηκε, το ελεύθερο, το μη περιορισμένο.
Από αρχαιοτάτων χρόνων η μεταφορά αντικειμένων γίνονταν από τον άνθρωπο. Κατά την εξέλιξη του, αφού εξημέρωσε τα ιπποειδή, την μεταφορά του και αντικειμένων την επιφορτίστηκαν αυτά. Αρχικά δεν είχε ανακαλυφθεί ο τροχός, αλλά και όταν ανακαλύφθηκε, το οδικό δίκτυο ήταν υποτυπώδες και η ορεινή μορφολογία του εδαφικού ανάγλυφου δυσχέραινε τις μετακινήσεις. Τα υποζύγια (άλογο, γαϊδούρι, μουλάρι) και τα βοοειδή ήταν τα πιο διαδεδομένα ζώα ως μέσα μεταφοράς. Τα υποζύγια για να μεταφέρουν ανθρώπους και αντικείμενα έπρεπε να έχουν και τον ανάλογο εξοπλισμό. Για την μεταφορά των αντικειμένων, επινόησαν, και σιγά – σιγά κατασκεύασαν και τελειοποίησαν τα σαμάρια. Αυτά τα κατασκεύαζε ο σαμαράς που ήταν ένας ειδικευμένος τεχνίτης που, με διάφορα πρωτόγονα μέσα, κατασκεύαζε τον απαραίτητο εξοπλισμό που απαιτούνταν για να προσφέρει το ζώο τις υπηρεσίες του στο αφεντικό του.
Αχνάρι ή χνάρι, ή ίχνος, μεσαιωνική ελληνική λέξη «Ιχνάριον» υποκοριστικό του ίχνος, λέγεται το αποτύπωμα που δημιουργείται στο έδαφος από το πάτημα ζώου, ανθρώπου, μηχανήματος κ.λπ.
Τ’ αχνάρια αποτυπώνονται κυρίως στο έδαφος που έχει σκόνη, λάσπη όταν είναι σκαμμένο (οργωμένο), στην άμμο, στο χιόνι, στην παγωνιά, στις πέτρες στις φυλλωσιές κ.ά.
Ανάλογα με το είδος που πάτησε και άφησε τα χνάρια του, μπορούμε να το διακρίνουμε.
Στις πέτρες και στα σκληρά εδάφη, δεν αναγνωρίζονται εύκολα τα χνάρια και τα ίχνη.
Τα δακτυλικά και άλλα παρόμοια αποτυπώματα όπως του φιλιού (από υπολείμματα βαμμένων χειλιών) κατατάσσουμε στα ίχνη.
Αρκετοί αλογοσούρτες, ζωοκλέφτες ακόμη και τα όργανα της τάξης, είχαν μια μέθοδο να μετρούν ακόμη και τον αριθμό των ζώων που πέρασαν κοπαδιαστά (κοπάδι) από ένα μέρος.
Η κίνηση του κοπαδιού σε μονοπάτια το ένα πίσω από το άλλο, ονομαζόταν «σουρταριά», ή «σουρταρωτά». Σουρσά ή συρμή λέμε και το αποτύπωμα του περάσματος των ερπετών.
Γνωρίζω τον κ. Νίκο Μπαντούνα εδώ και πολλά χρόνια. Φανατικός αναγνώστης της εφημερίδας μας, συχνά-πυκνά φωτογραφίες του από διάφορες εκδηλώσεις και με υψηλά πολιτικά ιστάμενα πρόσωπα, γίνονται πρωτοσέλιδα.
Η γενναιοδωρία του επίσης είναι ευρύτατα γνωστή μέσα κι έξω από τον παροικιακό χώρο. Χρόνια τώρα βοηθά οικονομικά ευαγή ιδρύματα της Πολιτείας της Βικτώριας, εθνικοτοπικούς Οργανισμούς, νοσοκομεία, παροικιακά σχολεία, αθλητικά σωματεία, έτσι για ν’ αναφέρουμε μερικά.
Στη συνάντησή μας, προσπαθώ να βάλω σε τάξη τον φάκελο που έχω μπροστά μου με τις αμέτρητες επιστολές που πιστοποιούν την ενεργό του δράση. Χάνομαι. Το παρατηρεί και με καθησυχάζει λέγοντας ότι δεν χρειάζεται. Χαρτιά είναι. Τότε;
Ξενάγηση του Bob Hawke στο Όκλι
Τι είναι εκείνο που σε κάνει και βάζεις συνέχεια το χέρι στην τσέπη;
Από καιρό έχω συνειδητοποιήσει ότι κανένας δεν παίρνει τίποτε μαζί του. Άρα, όποιος έχει τη δυνατότητα να προσφέρει για την αντιμετώπιση κοινών προβλημάτων και την κάλυψη ανθρώπινων αναγκών, ας το κάνει. Δεν είμαι δέσμιος των χρημάτων. Δεν έχω κάνει τα χρήματα σκοπό της ζωής μου. Απλά με σκληρή δουλειά έχω εξασφαλίσει οικονομική άνεση.
Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια;
Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο χωριό Αντρώνι της Ηλείας. Είμαι το τρίτο από τα τέσσερα παιδιά του Χρήστου και της Κωνσταντίνας και φοίτησα μέχρι την Δ’ τάξη στο Γυμνάσιο του οικισμού Πελόπιον, δίπλα από την αρχαία Ολυμπία. Γεννημένος το 1936, θυμάμαι κάποια κατάλοιπα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και αυτά που ακολούθησαν τον εμφύλιο. Μέλη και των δυο παρατάξεων προκαλούσαν επεισόδια. Όταν δεν έπαιρναν τις πληροφορίες που ζητούσαν, χτυπούσαν τους κατοίκους αλύπητα. Πιστεύω ότι όλα αυτά τραυμάτισαν και αποδυνάμωσαν καταλυτικά την πατρίδα μας και άνοιξαν το δρόμο στη μετανάστευση.
Έτσι κι εγώ στα 14 μου έφυγα από το χωριό και με λιγοστά δανεικά στη τσέπη, πήγα στο Τουρκολίμανο στον Πειραιά, όπου εργάστηκα ως σερβιτόρος. Θα πρέπει να ήταν το 1954 όταν κατάφερα να αγοράσω δυο κουστούμια και ένα ζευγάρι Καστοριανά παπούτσια.
Ευλογία από τον μακαριστό αρχιεπίσκοπο κ. Στυλιανό
Η ζωή στα καράβια;
Το 1956 μπάρκαρα στο καράβι «Χιώτης», που έριχνε άγκυρα πότε στον Καναδά πότε στην Αμερική και πότε στην Αργεντινή. Σε μερικά μέρη ξεμπάρκαρα και προσπάθησα να δημιουργήσω κάτι, χωρίς επιτυχία.
Ο Νίκος Μπαντούνας όμως έριξε άγκυρα στην Αυστραλία…
Σωστά. Στη Μελβούρνη ήλθα το 1982, όπου εργάστηκα για ένα διάστημα ως υπεύθυνος σε χώρους στάθμευσης αυτοκινήτων της National Mutual και του Tullamarine Airport και τα απογεύματα ως καθαριστής. Σε τέσσερα χρόνια ξεκίνησα δειλά-δειλά τις δικές μου επιχειρήσεις και από τότε, όλα καλά.
Η φιλανθρωπία;
Η πρώτη μου επαφή ήταν με τον Οργανισμό Smith Family. Έκτοτε έχω γίνει οικογένεια με πολλούς.
Σοβαρή κουβέντα με τον «μέχρι» πρότινος φίλο του πρέμιερ κ. Daniel Andrews, για άρθρο του «Νέου Κόσμου»
Σε ένα από τα σημειώματα εντοπίζω ότι έγινες «Άγιος Βασίλης».
Το Δεκέμβρη του 2010 ένας ανεύθυνος οδηγός, παρέσυρε και τραυμάτισε τον σκύλο οδηγό της κ. Karen Hiam, που πάσχει από μυϊκή ατονία και είναι καθηλωμένη σε αναπηρικό αμαξίδιο. Δυστυχώς, o οδηγός αρνείτο να πληρώσει το ιατρείο όπου νοσηλεύτηκε ο σκύλος και το θέμα έφτασε στην εφημερίδα της περιοχής μας, την Leader. Ε! λοιπόν, χωρίς να πάρω άδεια, φόρεσα την κόκκινη φορεσιά, τρόπος του λέγειν και αντικατέστησα για λίγο τον Father Christmas. Το ίδιο και με την μικρή Σαρλότ, που ονειρευόταν να περάσει μια μέρα στον Ζωολογικό Κήπο. Εντάξει και αυτό το τακτοποίησα.
Πώς προέκυψε η αγάπη και η συνεχιζόμενη υποστήριξη στο Εργατικό Κόμμα;
Είμαι μέλος του Εργατικού Κόμματος από το 1990. Διατηρώ άριστες σχέσεις με κορυφαία στελέχη του σε ομοσπονδιακό μόνο επίπεδο και εξακολουθώ να έχω προσωπικές σχέσεις και διασυνδέσεις, γέφυρες θα έλεγα, για πρόσβαση, όποτε υπάρχει θέμα με την εξουσία. Έτσι συναντήθηκα πολλές φορές και δείπνησα με τους πρωθυπουργούς Bob Hawke, Kevin Rudd και Bill Shorten. Και φυσικά τα λέγαμε κι ένα χεράκι. Οι ανάγκες της Ελληνικής παροικίας ήταν το πρώτο και κυριότερο θέμα μας. Πρώτο πιάτο θα έλεγα. Επίσης, είχα ιδιαίτερες σχέσεις με τον κ. Simon Grean, που εκλεγόταν για χρόνια στο Hotham, οποίος κατά τη θητεία του, μεσολάβησε για κρατική οικονομική βοήθεια στο Oakleigh Grammar και την Anna Burke, Speaker of the House of Representatives (πρόεδρος της Βουλής).
Ωστόσο, έχω τις καλύτερες σχέσεις με την κ. Claire O’Neil, που αντικατέστησε τον κ. Simon Grean. Είναι καλοσυνάτη και φροντίζει για την περιφέρειά μας.
Τελευταία, όμως, δημιουργήθηκε μια κόντρα με την Πολιτεία της Βικτώριας.
Μεγάλη θα έλεγα. Και ο λόγος είναι οι άδειες ταξί. Εκεί που πολλοί, ανάμεσά τους και συμπάροικοι, επενδύσαμε μεγάλα κεφάλαια σε αυτό τον κλάδο, η κυβέρνηση Άντριους μας «άδειασε». Μας πλήρωσε πενταροδεκάρες. Τόσο εγώ όσο και άλλοι, χάσαμε πολλά χρήματα.
1954 – Στο χωριό του Αντρώνι Ηλείας
Μιλήστε μας για την στήριξη στη Θεολογική Σχολή Αγίου Ανδρέα στο Σίδνεϊ.
Τον Δεκέμβρη του 2007, μετά από μια οικονομική βοήθεια στην Βιβλιοθήκη της Σχολής, επισκέφθηκα τον μακαριστό αρχιεπίσκοπο και ξεναγήθηκα στους χώρους.
Εντυπωσιάστηκα από το θεάρεστο έργο που επιτελείται. Η ομογένεια χρειάζεται επειγόντως δίγλωσσους ιερείς.
Γνωρίζω ότι για πολλά χρόνια ήσασταν παράγοντας της Ελληνικής Κοινότητας Όκλι. Πώς διακόπηκε η σχέση σας;
Μυήθηκα στα κοινοτικά από τον πρώην πρόεδρο της Κοινότητας, Κώστα Μπαλτά. Έζησα έντονα τους αγώνες της Κοινότητας για εδραίωση και δικαίωση. Έλαβα μέρος σε πολλές γιορτές και γεύτηκα κομμάτι από τις επιτυχίες της. Τελευταία υπηρέτησα από τη θέση του ταμία. Το 2008 παραιτήθηκα για προσωπικούς λόγους.
Παραμένω όμως ένθερμος υποστηρικτής και αρωγός. Η Κοινότητα είναι το κέντρο του Ελληνισμού των νοτιοανατολικών προαστίων και το Oakleigh Grammar το καμάρι του Ελληνισμού. Όσο ζω θα την υπηρετώ στο μέτρο των δυνατοτήτων μου. Ξέρετε, όπως όλοι οι άνθρωποι, έχω κι εγώ το δικό μου τρόπο υπεράσπισης των απόψεων και πράξεών μου. Είμαι μαχητικός, κάτι που μερικοί το εκλαμβάνουν ως επιθετικότητα. Αντιθέτως. Έχω μεγάλο σεβασμό στον συνάνθρωπο έστω κι αν διαφωνώ. Τον προπερασμένο Ιούλιο, τηρώντας μια παλιά μου υπόσχεση στον μακαριστό π. Μουτάφη, πρόσφερα $10,000 για την αντικατάσταση των χαλιών της εκκλησίας.
Τελευταία πληροφορούμαι ότι χρηματοδοτείτε τη λειτουργία του Ελληνικού Σχολείου της Ενορίας Παναγίας Καμαριανής στο Red Hill. Ποια η σχέση σας με τον Κόκκινο Λόφο;
Η περιοχή γνωρίζει μια πρωτόγνωρη άνθιση. Πάρα πολλοί συμπάροικοι την έχουν επιλέξει ως τόπο μόνιμης κατοικίας τους. Αυτό το διαπιστώνει ο καθένας από την πληθώρα στην Κυριακάτικη λειτουργία. Αλλά και ο αριθμός των παιδιών που παρακολουθούσαν Ελληνικά ήταν κατά τη γνώμη μου, ικανοποιητικός. Δυστυχώς, για λόγους που δεν είναι του παρόντος, το σχολείο διέκοψε τη λειτουργία του.
Ο Νίκος Μπαντούνας με τη σύζυγό του Γεωργία, τις θυγατέρες τους Κωνσταντίνα και Σοφία και τα εγγόνια τους Ελένη, Στεφανία και Στήβεν. Απουσιάζει η δισέγγονή τους Αμίρα (που σημαίνει πριγκίπισσα)
Ραγδαία και η ανάπτυξη στην περιοχή γύρω από το Όκλι. Πώς βλέπετε την αύξηση των τιμών των ακινήτων;
Θετικά. Όντως οι τιμές των ακινήτων και στα ενοικιοστάσια σε γενικές γραμμές είναι απλησίαστες. Για παράδειγμα από $600.000 που πουλιόταν ένα ακίνητο, φτάσαμε στα $1,3. Το ίδιο και στα ενοίκια. Λες και είμαστε στο Τούρακ. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Η περιοχή γνωρίζει μεγάλη ανάπτυξη.
Πώς βλέπετε την «κάθοδο» των νεομεταναστών;
Η ενσωμάτωση έγινε ομαλά. Όλα καλά. Κανένα πρόβλημα. Όλοι καλοδεχούμενοι. Ο ήλιος ανατέλλει για όλον τον κόσμο. Υπάρχει αρμονία στις σχέσεις των καταστηματαρχών και των εργαζομένων, πολλοί από τους οποίους εργάζονται και σπουδάζουν συνάμα, και, ο κόσμος φαίνεται να απολαμβάνει αυτό που προσφέρουν. Το Όκλι, κατά γενική ομολογία, είναι μια «Μικρή Ελλάδα».
Το μήνα Νοέμβρη το Όκλι φιλοξένησε και φεστιβάλ. Ποιο κατά τη γνώμη σας είναι εκείνο που ελκύει την μέση ηλικία και τη νεολαία;
Το Γλέντι που έγινε στις αρχές Νοεμβρίου από την Κοινότητα και το Oakleigh Grammar, πήγε κατά τη γνώμη μου πολύ καλά. Κόντρα στις άσχημες καιρικές συνθήκες, συγκέντρωσε μεγάλο αριθμό νεολαίας. Το βλέπετε και μόνη σας. Είναι Σάββατο πρωί και όλα τα μαγαζιά είναι γεμάτα με πελάτες όλων των ηλικιών.
Όντως, η πλατεία του Όκλι σφύζει από παρέες και τα τραπέζια είναι φορτωμένα με πιάτα με το πρόγευμα και το αγαπημένο τους καφεδάκι. Όσο για τον συνομιλητή μου, ένα είναι σίγουρο. Κράτησε την ανθρωπιά του και την επιδεικνύει χωρίς τυμπανοκρουσίες και χειροκροτήματα. Οσάκις κάποιος ζητήσει τη βοήθειά του την προσφέρει απλόχερα. Πιστεύει ότι η φιλανθρωπία πρέπει να γίνεται εν κρυπτώ και εφόσον είναι αφοσιωμένος Χριστιανός, η αμοιβή έρχεται εξ ουρανών. Του εύχομαι υγεία, προσωπική και οικογενειακή.
Προς τας ενταύθα αρχάς κατηγγέλθει η ακόλουθος απόπειρα εκβιάσεως κατά του εν τω χωρίον Ανδρώνι της Πηνείας πλούσιου χωρικού γαιοκτήμονος κ. Ν. Νικολετόπουλου, όστις έλαβε ανώνυμον εκβιαστικήν επιστολήν δια της οποίας του εζήτουν ν´ αποστείλη χρήματα και τσαρούχια δια τέσσερα παιδιά, τα μέλη δηλαδή της εταιρίας, άλλως φονευθή.
Ο κ. Νικολετόπουλος λαβών την επιστολήν, εταράχθη σφόδρα και αφιχθείς εις Πύργον ανεκοίνωσε την επιστολήν εις τον εισαγγελέα κ. Τραπεζούντιον και τον Μοίραρχον κ. Μηχαλοπετράκον, όστις απέστηλεν αμέσως τον υπενωματάρχην της χωροφυλακής Π. Παναγόπουλον μετά 6 Ευζώνων προς ανακάλυψιν και σύλληψιν των αγνώστων εκβιαστών.
Εγνώσθη, ότι ο κομιστής της επιστολής είνε ο χωρικός Πισπιρίγκος, οι δε εκβιασταί ονομάζονται Πέτρος και Βασίλειος αγνώστων επωνύμων καταγόμενοι εκ Μάνης». 09/10/1904
Η μουσαριά (φίμωτρο) ήταν ένα ιδιόμορφο κτηνοτροφικό εργαλείο, που κατασκευαζόταν για να προσαρμόζεται στο πρόσωπο του ζώου, για να εγκλωβίζει τις σιαγόνες του, να μην μπορεί να δαγκώσει ή να φάει φαγητό.
Τα οικόσιτα ζώα (άλογα – γαϊδούρια-μουλάρια και βόδια), οι αγρότες πέραν από τις άλλες εργασίες, τα χρησιμοποιούσαν για διάφορες εργασίες, όπως για ν’ αυλακώνουν ή να σκαλίζουν καλλιέργειες, σέρνοντας δίφτερα αλέτρια ή σβάρνες ή κουβαλούσαν θερισμένα σιτηρά και σανούς.