Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΜΑΡΩΣ ΤΗΣ ΝΕΖΕΡΙΤΙΣΣΑΣ

Οι ορδές του Ιμπραήμ πασά υποχωρούν και οι χωρικοί επιστρέφουν στα σπίτια τους. Επιστρέφει και η Μάρω, η χήρα από τα Νεζερά. Μόνο που δεν επιστρέφει όπως έφυγε. Και αυτό γιατί τότε η οικογένειά της αριθμούσε έξι άτομα, ενώ τώρα, μετά από δυο χρόνια, επιστρέφουν μόνο τα δύο. Ο πόλεμος, η επέλαση των Τουρκοαιγυπτίων, η πείνα και η δυστυχία της στέρησαν τον άμοιρο τον άνδρα της και τα τρία μεγαλύτερα παιδιά της. Και να ήταν μόνο αυτό; Μια λαβωματιά από ένα εχθρικό βόλι διατηρούσε μια αγιάτρευτη πληγή στο πόδι της, κάτι που την ταλανίζει εδώ και δυο χρόνια.
Έρημη και ανάπηρη, τώρα, βιάζεται να φθάσει στο σπίτι της. Κάθε βήμα της φαίνεται χρόνος. Νομίζει πως θα βρει εκεί τα παιδιά της, να παίζουν στην αυλή και τον άνδρα της, με την κεντημένη βέστα, να γυρίζει από την στάνη κρατώντας στο ένα χέρι τη γκλίτσα και στο άλλο τη βερδούρα με το γάλα.
Να, τώρα, από μακριά, ξεχωρίζει τη μυγδαλιά μες την αυλή και το γέρικο φουντωτό πουρνάρι. Έφθασε. Βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και την αυλή χορταριασμένη. Και ξυπνά βαρύς, μες την καρδιά της φαμελιάς, ο καημός…
Φωνάζει τον άνδρα της και τα παιδιά της, μα πουθενά τίποτε. Σφίγγει στην αγκαλιά της το μικρότερο παιδί, το απομεινάρι του πολέμου και κλαίει χωρίς παρηγοριά. Με κόπο τακτοποιεί το ερειπωμένο σπίτι της, έως που νυχτώνει και, αποκαμωμένη, κοιμάται νωρίς. Την άλλη ημέρα ξημερώνει Χριστούγεννα. Πρέπει να πάει στην εκκλησία να μεταλάβει και να κάμει τρισάγιο του άνδρα της και των παιδιών της. Από τότε που τους έχασε, ούτε ένα κερί δεν άναψε για την ψυχή τους.
Τα μεσάνυχτα, ο παπά- Δανιήλ σημαίνει το σήμαντρο της εκκλησίας. Η χήρα ανασηκώνεται και, καθώς κάθεται στο στρώμα της, της έρχονται στο νου όλα τα περασμένα, ενώ ο καημός της, όσο πάει, θεριεύει μέσα της. Το παιδί της ξυπνά από τα κλάματα και της φωνάζει:
- Πάψε ορέ μάνα τα κλάματα και πάμε στην εκκλησιά μπας και μας τελέψει ο Θεός.
Η μάνα, ακούγοντας την προσταγή του παιδιού της, σηκώνεται. Δεν αργεί να ετοιμαστεί. Αλλά τι να φορέσει του παιδιού της; Η φουστανέλα κουρελιασμένη και η μικρή κάπα του τα ίδια. Τότε, θυμάται το μπόγο με την αιματοβαμμένη φουστανέλα του άνδρα της, που η τούρκικη μπόμπα τον έκοψε στα δύο. Τη φύλαγε σαν ιερό κειμήλιο από την ημέρα που τον έθαψε. Με αυτή, τώρα, ντύνει το παιδί της, χωρίς να διακρίνει στο σκοτάδι της νύχτας τις μακές από το αίμα.
Στην εκκλησιά μεταλαμβάνει με το παιδί της και κάνει ένα τρισάγιο στους σκοτωμένους της. Μα κανείς όμως δεν λέει «καλώς ήλθες», κανείς δεν τη χαιρετάει. Ο καθένας κλαίει για το δικό του πόνο. Μόνο ο καλόψυχος παπάς της λέει, καθώς μεταλαμβάνει, με δακρυσμένα μάτια:
- Σώπασε κυρά Μάρω, αυτοί πήγαν σαν αρνιά μυρωδάτα του Χριστού και όχι σαν ψοφίμια στο κρεβάτι.
Είχε φωτίσει για τα καλά όταν γύρισε στο σπίτι της και έβαλε λίγη ξερή μπομπότα να πυρώσει στη φωτιά, για να φάει με το παιδί της. Εκείνη τη στιγμή ακούει ένα χτύπο στην πόρτα της. Ανοίγει και μπαίνει μέσα ένας άγνωστος νεαρός άνδρας, με μικρά γένια και μουστάκια. Στην αρχή δεν μπορεί να πιστέψει πως ο άγνωστος είναι το αιχμάλωτο παιδί της, που της είχαν ειπεί για σκοτωμένο. Την ίδια στιγμή που ο νεαρός της αποκαλύπτει τα μυστικά του σπιτιού, προσέχει την κουρελιασμένη φουστανέλα, που του είχε ράψει με τα ίδια της τα χέρια. Ταυτόχρονα, παρατηρώντας το σημάδι που έχει στο μέτωπο, πείθεται πως ο άγνωστος είναι το παιδί της, που το είχε χάσει για τέσσερα χρόνια!
Μόλις το αγκαλιάζει και, ενώ του προσφέρει τη μητρική αγκαλιά και το γλυκό φιλί της, λυγίζουν τα γόνατά της και λύνονται τα χέρια της. Η χήρα σωριάζεται στο πάτωμα μ’ ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη της.
Λένε πως το χαμόγελο βάσταξε μέχρι τη στιγμή που τη διάβαζαν στην εκκλησία, ακόμη και όταν την κατέβαζαν στον τάφο.
Η λαϊκή μούσα αποθανάτισε το περιστατικό, με το παρακάτω τραγούδι του τραπεζιού:

Σκοτείνιασε ο Ωλενός κι η ποταμιά βουίζει,
η Μάρω, η χήρα, πέθανε στα χέρια του παιδιού της.
Δεν πρόφτασε η άμοιρη να το καλογνωρίσει
κι αμέσως εσωριάστηκε, πάνω στην αγκαλιά του.
Γι’ αυτό ραγίσαν τα βουνά, θολώσαν τα ποτάμια
και τα περδίκια από ψηλά το λένε λυπημένα.

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
Βερδούρα, = ξύλινο αγγείο το λεγόμενο και καρδάρα για την μεταφορά του γάλατος, (ποιμενικός κάδος).
Βέστα, η = Είναι μια παραδοσιακή φορεσιά. Αποτελείται από μακρύ, μονοκόμματο φόρεμα από γυαλιστερό ύφασμα όπως ατλάζι και ταφτάς. Στο κεφάλι φορούν δύο τσεμπέρια, τα λεγόμενα σκουφοΰρια ή αντιτσέμπερα, το ένα έχει χρώμα λευκό με λουλούδια και το άλλο μαύρο. Το μέσα τσεμπέρι δένεται με κόμπο ενώ το εξωτερικό μαντήλι πέφτει ελεύθερο μπροστά. (Εδώ ολόσωμη φουστανέλα).
Μακές, οι = κηλίδες, (ιταλικά= παρανομίες).
Νεζερά, τα = Ορεινή περιοχή της Αχαΐας, στον βόρειο βραχίονα του Ερυμάνθου (Ωλονού).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
(- Εφημερίδα Νεολόγος Πατρών της 25-3-1961, Γ. Γιαννόπουλος δημοδιδάσκαλος Καλλιθέας).
- Κώστα Ν. Τριανταφύλλου, «Πατρινά δημοτικά τραγούδια», «Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά», Αθήνα 1961, σ. 183)
- Τουτούνης Ηλίας, «Η Ηλεία στο δημοτικό τραγούδι», σελίδα 543, Αμαλιάδα 2008).

Δεν υπάρχουν σχόλια: