Σάββατο, 28 Οκτωβρίου 2017

Τα παιδιά του πολέμου 1940-41

Το πρωινό της 28ης Οκτωβρίου οι σειρήνες του πολέμου δεν ακούγονταν, δεν έφταναν οι ήχοι στα χωριά μας. Η πρώτη είδηση ήλθε από ένα ραδιόφωνο που υπήρχε στο ψηλό σπίτι του Νικολετόπουλου και στην συνέχεια από την καμπάνα που χτυπούσε χαρμόσυνα. Παράτησαν όλοι οι χωριανοί τις δουλειές τους και έτρεξαν με ενθουσιασμό να ετοιμαστούν για την επιστράτευση.
Τα παιδιά με το χαμόγελο στα χείλη, με ενθουσιασμό, περηφάνια και λεβεντιά βιάζονταν να φτάσουν στο μέτωπο. Από το χωριό μας έφυγαν για τα βουνά της Ηπείρου και τα οχηρά Ρούπελ, εκατό περίπου νοματαίοι.
Στα μετόπισθεν έμειναν οι γυναίκες που συνέβαλαν καθοριστικά στην εποποιία του μετώπου και στην επιβίωση των παιδιών τους. Στα χωριά μας δεν υπήρχε ο φόβος του βομβαρδισμού ή της συσκότισης όπως ήταν στις πόλεις. Η Πάτρα που βομβαρδίστηκε το πρωί της 28ης Οκτωβρίου, θρήνησε πενήντα αμάχους. Ακολούθησαν οι βομβαρδισμοί με εκατοντάδες νεκρούς και μεγάλες καταστροφές και σε άλλες μεγάλες πόλεις.
Στα οχυρά, έμειναν και πολέμησαν με ανδρεία έξι Αντρωναίοι: Ο Γιώργης Κατσαντώνης, ο Διονύσης Παπαντώνης, ο Αργύρης Αβραμόπουλος, ο Θοδωρής Μπαντούνας και δύο αδέλφια Ζηραίοι (του Σον) που ο ένας έπεσε ως ήρωας στον τετραήμερο αγώνα της ένδοξης μάχης.
Οι Ιταλοί με το που έφτασαν στο χωριό μας χτύπησαν την καμπάνα και μάζεψαν όλο τον κόσμο στην πλατεία. Κρατούσαν μια κατάσταση (λίστα) την οποία είχε συντάξει κάποιος δικός μας ρουφιάνος. Αυτή η κατάρα δεν λείπει και από τις μικρές κοινωνίες, τον οποίο δεν γνωρίζουμε για να τον «στολίσουμε» δεόντως.
Ήθελαν τότε οι Ιταλοί να μαζέψουν όλα τα όπλα που υπήρχαν στο χωριό. Φώναζαν το όνομα από την κατάσταση που κρατούσε ο διερμηνέας και έλεγαν στον κάθε έναν «φέρε το όπλο» αφού παράλληλα τον χτυπούσαν με το κοντομπάστουνο όπου τον έβρισκαν.
Ανατριχιαστική είναι η ιστορία από τα δύο παιδιά του Καλιγάρη. Τα αδέλφια Νικόλαος (Τσαπής) και ο Θύμιος Καννελακόπουλος εκτός από το πολύ ξύλο που τους έριξαν, έμειναν κρεμασμένοι από το πάτερο για 24 ώρες (απέναντι από το καφενείο του Τρικόκη), προκειμένου να παραδώσουν ένα πολυβόλο το οποίο όμως δεν είχαν.
Αφηγούνται οι συγχωριανοί μας ότι τους έπαιρναν ότι ζωντανό είχαν, φαγητά ακόμα και τα άρβυλα που φορούσαν.
Ο παππούς μου ο γερο-Πλίεγκας όταν είδε αυτό που γινόταν στην πλατεία, έφυγε πίσω-πίσω από τον κήπο του Δρούβα, εξαφανίστηκε στο ρέμα αλλά δεν τόλμησε κανένας να τον προδώσει. Ο ίδιος, μετά την λήξει του πολέμου, κράτησε στο χωριό έναν νεαρό Ιταλό για να τον σώσει.
Οι Γερμανοί δεν εγκαταστάθηκαν στο χωριό μας. Πέρασαν 2-3 φορές για να σπείρουν τον φόβο και τον τρόμο. Συγκέντρωναν τους ανθρώπους στην πλατεία για να τους κατατρομοκρατήσουν και στη συνέχεια έφευγαν.
Γύρισαν όμως (μετά το 2010) και μας μετέτρεψαν σε γερμανική οικονομική επαρχία όπου εφτά χρόνια τώρα, ζούμε ξανά την γερμανική Κατοχή και την μπότα τους να πιέζει το λαιμό μας. Η μπότα του γερμανικού ευρώ επιβάλει την έναρξη του αντικατοχικού αγώνα που θα μπορούσε να εκφραστεί μέσα από μια μετωπική σύγκρουση του λαού που θα ζητάει τη λύτρωση από την οικονομική κατοχή με ένα νέο «ΟΧΙ».
Παιδιά (αγόρια) που γεννήθηκαν στο Αντρώνι το 1940-41

Τρίτη, 10 Οκτωβρίου 2017

Ξύπνα, καημένη Αναστασιά...


Το βλέπεις κείνο το βουνό πούνε ψηλά από τ' άλλα,
εκεί 'ναι πύργος γυάλινος με κρυσταλλένια τζάμια,
μέσα κοιμάται μία ξανθιά, μίας χήρας θυγατέρα,
πως νάταν να την ξύπναγα να της το πω φοβάμαι,
Ξύπνα, καημένη Αναστασιά, αμάν καημένη Αναστασιά!