Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011

Ο τραγικός κι άδικος θάνατος του Γιώργη του Κοτσάφτη

Στην ανατολική άκρη των «Έξι δέντρων» κοντά στο δρυμό του «Ντούτση»
είναι τα «Μπενετσαίικα». Εκεί είχε το χωράφι του ο Παναής ο Μπενέτσης. Στα 1905 ο Παναής είχε σπείρει το χωράφι του αραποσίτι. Τη χρονιά κείνη ο Μάρτης, ο Απρίλης κι ο Μάης ήτανε βροχεροί κι όσοι είχανε σπείρει πολλά αραποσίτια λέγανε: «δόξα σοι, ο Θεός· θα χορτάσουνε ψωμί τα παιδιά μας φέτος».
Ο Παπαθόδωρος είχε σπείρει ολάκερη τη Δρυμώνα και τη Λάκκα του Φούνη με διαλεχτό σπόρο αραποσιτιού και στις αρχές Μαΐου είχε βάλει αργάτες και αργιέψανε και σκαλίσανε τ΄αραποσίτι εκεί στη Δρυμώνα και τη Λάκκα του Φούνη, δίπλα στα «Μπενετσαίικα».
Ο Παπαθόδωρος χάιδευε τα γένια του βλέποντας να μαυρολογάει τ΄αραποσίτι του, γεμάτο ζωή και ήτανε σίγουρος ότι θα γέμιζε τα τρανά του κασόνια με το κεχριμπαρένιο αραποσίτι και δε θά΄βγαινε κείνη τη χρονιά με το δισάκι στα σπίτια να ζητιανέψει. Γιατί ο περήφανος Παπαθόδωρος ζητιανιά το θεωρούσε τούτο το δικαίωμα, που τού΄δινε ο νόμος να βγαίνει δηλαδή στις γειτονιές του χωριού και να μπαίνει στα σπίτια και να ζητάει πλερωμή για την παπαδική. Τότες τους παπάδες τους πλερώνανε οι πιστοί του χωριού με είδος· με στάρι, αραποσίτι, κρεμμύδι, κρέας και τα τοιαύτα.
Σαν πέρασε το δειλινό, ο Παπαθόδωρος καβάλλησε τη δυνατή του «μούλα» και πίσω του οι αργάτες, άντρες και γυναίκες, ξεκινήσανε για το χωριό. Πέρασε και από το χωράφι του Παναή του Μπενέτση και φχαριστήθηκε, γιατί και του Παναή τ΄αραποσίτι ήτανε όλο ζωή.
Σαν ξεπέζεψε στη σκάλα του νεοφτιαγμένου ψηλού σπιτιού του, καλησπέρισε το Δημήτρη τον Πατέλη, το γείτονά του, που και κείνος κείνη τη στιγμή είχε ξεπεζέψει ερχόμενος από «Στήρη».
Τούτος παραξενεύτηκε, που του καλομίλησε ο παπάς και του ανταπόδωσε τα καλησπερούδια.
-Πώς είναι τ΄αραποσίτι σου στη Δρυμώνα, παπά μου;
- Καλό· πολύ καλό είναι τ΄αραποσίτι μου πάλιο-Ντάγκα. Τι νομίζεις πως είναι η Δρυμώνα; Σαν τον «Στήρη» που δεν δένει κουλούρα στο πλαστήρι; - Καλά, παπά μου, μη θυμώνεις. -Καλάθια να σου γενούνε παλιο-Ντάγκα. -«Μήστητί μου, Κύριε», τι του είπα του παλιο-Σουγκάπη και πήρε φωτιά, σιγοψιθύρισε ο Δημήτρης ο Πατέλης μη και τον ακούσει ο παπάς και βρει το μπελά του.
Η παπαδιά πήρε τα τράστα και τ΄ανέβασε στο σπίτι και οι κόρες του ξεσαμαρώσανε τη «μούλα». Τη βάλανε στο κατώι, της βάλανε στο παχνί της άχερα και την ποτίσανε.
Ο παπάς ανέβηκε κορδωτά και σιγά-σιγά κι ένα-ένα τα σκαλούνια της ξύλινης σκάλας. Η παπαδιά του τον βοήθησε να πλύνει τα πόδια του· πλύθηκε και στο πρόσωπο· χτένισε τα μαλλιά και τα γένια του· κάθισε σταυροπόδι στο στρωμένο παραγώνι κοντά στο σοφρά.
-Δυνάμωσε λίγο το φως στη λάμπα, Ξανθή, είπε στη μεγάλη του κόρη.
Έκαμε το σταυρό του κι άρχισε να τρώει τη νόστιμη εντράδα, που τού΄χε φτιάξει η παπαδιά. Τα παιδιά του είχανε γεμίσει την κουζίνα με τα κορμιά τους και δεν ακουγιότανε «κιχ».
O ΠΑΠΑΘΟΔΩΡΟΣ
- Τι πάθατε, ωρέ ζουλάπια και μουγκαθήκατε; Κάμετε δουλειά σας!
Τότες τα μεγαλύτερα, ο Χαρίδημος, ο Νιόνιος, ο Κωστάκης, ο Γιώργης κι ο Νεοκλής
αρχίσανε να ασκούνται στην ψαλτική δίπλα στη σάλα. Ο Βασίλης, ο Νίκος ο Φούφας κι ο Αντρέας πήρανε τις φυλλάδες και κάνανε τάχατες πως διαβάζουνε. Η Ξανθή και η Φροσύνη κεντάγανε τραπεζομάντηλα, που θα παίρνανε προίκα.
Η παπαδιά ήτανε στ΄ατσάλι· προσπαθούσε να μαντέψει κάθε επιθυμία του παπά της. Γιατί αλλοίμονό της, αν πήγαινε κάτι στραβά. Κείνο το βράδυ ο παπάς είχε «τις καλές του». Δεν αποπήρε την παπαδιά του.
-Τι είδες στη Δρυμώνα, παπά μου;
-Καλά· όλα καλά· έχουμε καλό αραποσίτι.
-Μαγάρι, παπά μου, να δώσει ο Θεός να πάνε όλα καλά. Έχουμε και να σκεφτούμε, τι θα κάμουμε με την Ξανθή· μεγάλωσε, παπά μου.
Την κοίταξε την παπαδιά στο πρόσωπο. Το φαΐ και το δυνατό κρασί τον καρδαμώσανε. Είπε μέσα του:
-Σαν κοιμηθούνε τα παιδιά θα σου πω στο κρεββάτι τι θα κάμουμε.
Σηκώθηκε.
-Σεις, τα μικρά, να μαθαίνετε καλά το μάθημά σας. Μη μου πει παράπονα
ο δάσκαλος, ο παλιο-Παπούλιας.
-Παπαδιά! κάνε δουλειά σου· εγώ θα πάω για λίγο στα μαγαζιά.
-Να πας παπά μου!
Μπήκε στο μαγαζί και αρκετοί, άλλοι από φόβο, άλλοι από συνήθεια, προσηκωθήκανε και είπανε: “Ελα, κάθησε παπά μου!» Φχαριστήθηκε ο παπάς και κάθησε και παράγγειλε ένα κονιακάκι. Σαν ήπιε μια γουλιά, αποτάθηκε στον Παναή τον Μπενέτση:
-Παναή! εκεί στα «Έξι δέντρα» έχεις καλό αραποσίτι. Να πας αύριο κιόλας να το σκαλίσεις και να τ΄αριέψεις, τώρα πού΄ναι από βροχής, πριν σφίξει ο τόπος και πριν η γαλατσίδα και οι περσευάμενες αραποσιτιές φάνε τις θροφές.
-Ναι, παπά μου, αύριο κιόλας θα κάμω όπως είπε η ιεροσύνη σου.
Αγόρασε ο Παναής ο Μπενέτσης ένα πετσί μπακαλέο· το πήγε σπίτι του και έδωσε στη γυναίκα του οδηγίες:
-Γυναίκα, βάλε τον μπακαλέο στο νερό· άλλαξέ του κάνα δυο νερά και να τον τηγανίσεις· αύριο θα πάμε στα «Έξι δέντρα» να σκαλίσουμε τ΄αραποσίτι.
-Θα κάμω όπως λες Παναή, αλλά να ξέρεις, θά΄ναι λύσσα ο μπακαλέος.
-Καλύτερα, γυναίκα, θα τραβιέται ορεξάτα έτσι το κρασί.
-Τι λες, άντρα μου, το κρασί μας το τελειώσαμε.
-Βάλε τρεις οκάδες φακή και πήγαινε στην παπαδιά να σου γεμίσει και τις δύο τσίτσες με κρασί. Τις χρειάζεται τις φακές ο παπάς, γιατί οι δικές του μπου-
μπουγεργιάσανε και βρήκε το μπελά της η παπαδιά· την καταχέριασε για τούτο
ο παπάς. Άκουσα να λέει ο παπάς ότι οι φακές από τη Λάκκα είναι βραστερές
και νόστιμες. Αύριο θα σκαλίσει ο Παπάς τ΄αραποσίτι του στη Φούρνα· σίγουρα θα θέλει φακές για τους εργάτες.
Πρωί-πρωί ξεκίνησε ο Παναής για τα «Έξι δέντρα». Αυτός και τα σύνεργα και το τράστο με το ψωμί το κρασί και το νερό ήτανε πάνω στη γαϊδούρα τους και κείνη πήγαινε χαρούμενη στα Έξι-δέντρα, γιατί ήξερε ότι θα χόρταινε αγριοτρίφυλλο του Μαγιού εκεί στα «Έξι-δέντρα». Πίσω ακολουθούσε το σκυλί τους και η γυναίκα του έχοντας στο αριστερό της χέρι την τέσα με τον τηγανητό το βακαλάο και στο δεξιό της ώμο τη νάκα με το μωρό τους.
Φτάσανε. Κρεμάσανε τα τράστα στο δέντρο πού΄τανε στην άκρη του χωραφιού· κρεμάσανε και τη νάκα με το μωρό ανάμεσα σε δύο δέντρα χωρίς πιτσιγκόνια· βάλανε τη βαρελίτσα με το νερό και τις τσίτσες με το κρασί στη ρίζα
του δέντρου και τις σκεπάσανε με χλωρές πεντατρύφερες φτέρες, για να μείνει η δροσεράδα μες το νερό και το κρασί. Κάμανε το σταυρό τους κι αρχίσανε τη δουλειά. Το χώμα ήτανε μαλακό κι αφράτο· η δουλειά αυγάταινε για
τούτο και το ζευγάρι σκάλιζε κι άριευε τ΄αραποσίτι τους. Το μεσημεράκι καθήσανε στον παχύ ήσκιο της βελανιδιάς· απλώσανε πάνω σε τρυφερά ρουπακόφυλλα τον τηγανισμένο βακαλέο, στουμπήσανε κάνα δύο μεγάλα κρεμμύδια· κόψανε μερικές φέτες κριθαρόψωμου· κάμανε το σταυρό τους κι αρχίσανε να τρώνε. Τη στιγμή κείνη άρχισε το μωρό να κλαίει. Σηκώθηκε αμέσως η μάννα και το θήλασε. Αποφάγανε. Ο Παναής ακούμπησε την πλάτη του στον κορμό του βαθύσκιου δέντρου κι άναψε τσιγάρο.

Το τραγικό συμβάν στα “εξι-δέντρα” όπου ο Κοτσάφτης έχασε το αφτί του, με το χρωστήρα του ζωγράφου Γιώργου Α. Μακρίδη (43Χ38).
Η γυναίκα ανακλαδίστηκε και τεντωθήκανε τα στήθια της· ξεχειλίσανε πλούσια. Ένας κούκος λάλησε στο δρυμό του Ντούτση· δροσερό αεράκι χάϊδευε τα φύλλα των δέντρων. τ΄αραποσιτιού, τα πρόσωπά τους. Πάλε η γυναίκα ανακλαδίστηκε κι έσπασε ένα κουμπί της πολκούλας, που φορούσε· άνοιξε πλειότερο το στήθος. Πετάει ο Παναής το τσιγάρο και σηκώθηκε· σηκώθηκε και η γυναίκα και τό΄βαλε στα πόδια και χώθηκε στο δρυμό του Ντούτση· κοντά της ο Παναής! κείνη έκανε κορδελάκια και νάζια.
Σε μια στιγμή έκαμε, τάχα μου, πως σκόνταψε κι έπεσε ανάσκελα, σα λιονταρίνα, πάνω σε παχύ στρώμα από ξερά ρουπακόφυλλα και περίμενε το Θεό Έρωτα.
Ο Παναής έπεσε πάνω της και της χάρισε τον Έρωτα.
Έπειτα από εννιά μήνες, αρχές της άνοιξης, τότες που μπουμπουκιάζουν τα δέντρα, φουσκώσανε τα στήθια της Φιρλίδας - αυτό ήτανε το παρατσούκλι της Παναΐνας - γεμίσανε γάλα. Η μήτρα της φούσκωσε κι αυτή· κατάλαβε ότι πλησιάζει η ώρα να βγει από την κοιλιά της ο καρπός του Έρωτα με τρομερές ωδίνες. Κάλεσε τη μαμμή. Αυτή έστρωσε στο χωματένιο παραγώνι μια κουρελού και ξάπλωσε η ετοιμόγεννη.
Η μαμμή έκαμε καλά τη δουλειά της. Η Φιρλίδα γέννησε έναν παίδαρο.
Κατά το θεριστή πήγανε στα «Έξι-δέντρα» να θερίσουνε το στάρι τους. Μαζί τους είχανε και το νέο μωρό· 4 μηνών και κάτι ημερών. Ταχτοποιήσανε πρώτα το μωρό. Κόψανε ένα δεμάτι φτέρες κι απάνω σ΄αυτές βάλανε το μωρό τυλιγμένο με τη σπαργανίδα και δεμένο γερά με τον μποβίτη· φαινότανε μόνο το κεφάλι του με τα ροδαλά μάγουλά του. Στο διπλανό δέντρο δέσανε το γουρούνι τους. Το σκυλί ανάλαβε να φυλάει τα κάθοικα και τ΄άλλα υπάρχοντα του Παναή. Το ζευγάρι άρχισε το θερισμό.
Το μωρό είχε ανακατωσούρα στο μικρό του στομάχι κι έκαμε μετό· έβγαλε κομμένο γάλα και κύλησε στο δεξί του μάγουλο. Μια δεντρογαλιά οσμίστηκε το γάλα και πήγαινε κατά το μωρό. Ο σκύλος την κυνήγησε. Το γουρούνι πήγε κατά το μωρό. Δεν είχανε υπολογίσει καλά το μάκρος του σκοινιού και το σκασμένο έφτασε στο μωρό και βάλθηκε να γλείφει τα εμέσματα· γλυκάθηκε το αφορεσμένο και έφαγε τ΄αφτί του μωρού. Έβαλε γοερά κλάματα το μωρό· πετάξανε τα δρεπάνια Παναΐνα και Παναής και τρέξανε κατά το μωρό. Το κακό είχε γίνει. Πλύνανε την πληγή του παιδιού με κρασί· βάλανε πάνω της ψιλοκομμένο καπνό και σκόνη από ξερά γκάβαλλα και με πανί που κόψανε από τη λευκή τσεμπέρα της Παναΐνας, δέσανε το τραύμα και τούτο σε λίγες μέρες“ιάθη”.
Όταν ήρθε ο καιρός το βαφτίσανε το μωρό. Το βάλανε Γιώργη. Όλοι όμως το Γιώργη τόνε λέγανε Κοτσάφτη, σαν δεν ήτανε παρών. Ο Γιώργης δεν τά΄βαψε μαύρα. Δεν ένιωθε κανένα “κόμπλεξ”. Δεν “υπάρχανε” και πολλοί καθρέφτες τότες να του θυμίζουν τον κοτσαφτισμό του.
Έγινε δυνατό παλληκάρι. Δεν έβρισκε όμως γυναίκα κι έκανε παρέα με το Γιώργη το Σταθά, που κι αυτός δε μικροπαντρεύτηκε. Γίνανε και σέμπροι.
Μια φορά οι δυο Γιώργηδες, σπέρνανε φακή στη Βάτριζα του Σταθά. Το υνί βγήκε από την αλετροπόδα και χάθηκε μες τα χώματα, χωρίς να το πάρουνε μυρουδιά οι δύο Γιώργηδες και εξακολουθούσανε να βαράνε τα γαϊδούρια τους, που με δυσκολία τραβούσανε τ΄ αλέτρι, γιατί έλλειπε το υνί και η δουλειά δεν αυγάταινε. Σε κάποια στιγμή έπεσε το βλέμμα τους στη μυτερή άκρη της αλετροπόδας και ιδού, είδανε να λείπει το υνί και τότες μούτζωσε ο ένας τον άλλονε, γιατί τόση ώρα δεν τους έκοψε να κοιτάξουνε, τι έφταιγε και δεν πήγαινε καλά το όργωμα. Το βράδυ στο μαγαζί μολοήσαν το πάθημά τους κι ο Νικολής ο Κουμπούρας σκάρωσε ευτύς τη σάτιρά του.
Οι δυο Γιώργηδες,
τα βόδια,
οργώνανε στη Βάτριζα
χωρίς υνί
στην αλετροπόδα.
Ο Παναής ο Μπενέτσης μίλησε περιφρονητικά για το Γιώργη, το παιδί του και για το Γιώργη το Σταθά· τα είπε χαϊβάνια και χαζοπαίδια μιας κι οργώνανε χωρίς υνί. Ο Κοτσάφτης θύμωσε πολύ, σαν άκουσε τον πατέρα του να μιλάει τόσο περιφρονητικά για το ίδιο του το παιδί. Στα βάθη του υποσυνείδητου του Κοτσάφτη, ίσως, ήτανε φωλιασμένο το μπουχράμι. Είχε μάθει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχασε τό΄να του αφτί. Θεωρούσε υπαίτιο κυρίως τον πατέρα του, που το γουρούνι τού΄φαε το αφτί και την στιγμή εκείνη, που ο Παναής, ο Μπενέτσης περιγελούσε τους δύο Γιώργηδες, σηκώνει χέρι ο Κοτσάφτης και δίνει ένα γερό χαστούκι στον πατέρα του.
Ο γέρος κατάπιε τη γλώσσα του· μπήκε στη «γης». Σηκώνεται και μια και δυο παγαίνει στο Χρύσαντο τον Γκάτση, το συγγενή του και του κάνει παράπονο.
Κείνη την ημέρα ο Γκάτσης ήτανε στις κακές του. Είχε ένα αλογοπούλαρο, που δεν μπορούσε να το κάνει ζάφτι· είχε το διάολο μέσα του· το παίρνει και το παγαίνει σ΄ένα γκρεμό και το τραφιάζει στη ρεματιά και ησύχασε από δαύτο.
Όμως ήτανε ταραγμένος. Σαν άκουσε το παράπονο του Παναή, διαολίστηκε παίρνει ένα περίστροφο, πού΄χε φέρει από την Αμερική και πηγαίνει στην πλατέα. Ο Κοτσάφτης καθότανε στο μαγαζί του Φασουλή κοντά στο νότιο ανατολικό κεντρί. Τον πλησιάζει.
-Γιατί, ρε, σκαμπίλισες τον πατέρα σου;
-Έφταιξα, μπάρμπα, συγχώρεσέ με!
-Όχι, ρε, δε σε σχωρνάω· θα σε σκοτώσω.
-Ε, σκότωσέ με τότες· είπε, νομίζοντας ότι ο μπάρμπας του ο Χρύσαντος ο Γκάτσης απλώς τον φοβέριζε.
-Και σίγουρα θα σε σκοτώσω του είπε κι ευτύς βγάζει το περίστροφο και σκοτώνει το παλληκάρι, το Γιώργη τον Κοτσάφτη.

Σκαρίφημα της δολοφονίας του Κοτσάφτη από τον Γκάτση.
Ο Χρύσαντος ο Γκάτσης μπήκε στη φυλακή και δε ματαβγήκε· πέθανε στη φυλακή.
Ο Παναής και η γυναίκα του, η «Φιρλίδα» μαραζώσανε· πεθάνανε στα πέτρινα χρόνια της Μεταξικής δικτατορίας.

Λεξιλόγιο
Μποβίτης: πλεχτό, μακρύ, στρογγυλό, λεπτό, μάλλινο και πολύχρωμο
σχοινί, σαν χοντρό φυτίλι.
Πιτσιγκόνια: πολύ μικρά μερμήγκια
μπουχράμι: θυμός
σοφράς: πολύ χαμηλό τραπέζι
κάνω ζάφτι: τιθασεύω, ημερώνω.



Δεν υπάρχουν σχόλια: