Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2011

Αφορισμοί και αναθέματα

Αφορισμός
Ως αφορισμός ορίζεται η εκκλησιαστική ποινή με την οποία ένα μέλος της Ορθόδοξης ή Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας αποκλείεται εντελώς από τη χριστιανική κοινότητα, ως τιμωρία για τα πολύ σοβαρά αμαρτήματα στα οποία περιέπεσε. Διακρίνεται σε μικρό και μεγάλο αφορισμό (ακοινωνησία και ανάθεμα αντιστοίχως), με τον μεγάλο να θέτει το πρόσωπο μονίμως εκτός εκκλησίας και τον μικρό να καθιστά δυνατή την επανένταξή του στους κόλπους της εκκλησίας.

Για να δούμε λοιπόν πως η Ελληνική ορθόδοξη εκκλησία χρησιμοποίησε ιστορικά το "όπλο" του αφορισμού....

αφωρισμένος είη….και κατηραμένος και ασυγχώρητος και άλυτος μετά θάνατον, αι πέτραι και ο σίδηρος λυθήσονται, αυτός δε ουδαμώς, κληρονομήσειε την λέπραν του Γιεζή και την αγχόνην του Ιούδα και είη στένων και τρέμων επί Γης ως ο Κάϊν, σχισθείσα η γη καταπίοι αυτόν……η οργή του Θεού επί την κεφαλήν του και άγγελος Κυρίου καταδιώξαι αυτόν εν δίστομω μαχαίραν……………μηδείς συμφάγη αυτώ ή συμπίη ή συναναστραφή……ή χαιρετίση ή μετά θάνατον ταφής αξιώση……”

Aυτές τις φοβερές κατάρες εκτοξεύουν οι μάγοι της Ορθοδοξίας που διαδίδουν στον όχλο που τους ακολουθεί πως το σώμα του αφορισμένου δεν θα λυώσει ποτέ. Αυτός ήταν κι ο λόγος που ο Λασκαράτος, αφορισμένος και ο ίδιος όπως και ο Ροΐδης, έστειλε στο δεσπότη τα παπούτσια του για αφορισμό. Ίσως αυτή η δοξασία να ήταν η κύρια αιτία που τροφοδότησε την επιδημική λαϊκή υστερία του κυνηγητού βρυκολάκων που περιγράφουν με φρίκη οι ξένοι περιηγητές του Αιγαίου κυρίως του 17ου αλλά και του 18ου αι. Οι πανικόβλητοι χωρικοί ξεθάβουν πτώματα, τους ξεριζώνουν την καρδιά και τα καίνε για να γλυτώσουν από το κακό. Η λαϊκή δεισιδαιμονία έπλασε μύθους που η Εκκλησία υπέθαλπε ευχαρίστως, αφού ενίσχυαν το βασίλειό του τρόμου. 
Μπορούσε όμως ο αφορισμός να αρθεί εν ζωή ή και μετά θάνατον, οπότε το σώμα του αφορισμένου θα έλιωνε λυτρωτικά. Άνοιγε έτσι καινούργιος κύκλος εργασιών, αφού ο αφορισμένος ή, αν είχε πεθάνει, οι συγγενείς του, έτρεχαν να αγοράσουν το έλεος της Εκκλησίας. Σε αυτά τα πλαίσια ο ιερομόναχος Θεοφύλακτος Τζανφουρνάρης, στην διαθήκη του (Βενετία 1685), συγχωρεί τους αφωρισμένους χρεωστές του “αν καταβάλουν όσα μου οφείλουν” (Μέρτζιος “Μικρός Ελληνομνήμων”, 185). Ο θεσμός του αναθέματος νομιμοποίησε διαχρονικά στη συνείδηση του εκκλησιαστικού σώματος τις κατάρες που εκτοξεύονται από γριές κι από παπάδες. Στο πατριαρχείο Ιεροσολύμων π.χ. οι «κλωτσοπατινάδες» που προηγήθηκαν της πτώσης Ειρηναίου συνοδεύτηκαν από μούντζες και κατάρες του στυλ: «να σου βγει η γλώσσα από το σβέρκο» (Ποντίκι, 12.5.’05).
Στο ανάθεμα λοιπόν, όσοι βρίζουν το βασιλιά, όσοι συνεορτάζουν με Εβραίους, όσοι διαβάζουν βιβλία ασεβών, όσοι άντρες ή γυναίκες συλλούονται με πρόσωπα του άλλου φύλου (ολόκληρες πλαζ πάνε κατά διαόλου), όσοι παντρεύονται με αιρετικούς, όσοι πηδούν πάνω από φωτιά στην αρχή του μήνα, οι δούλοι που γίνονται μοναχοί χωρίς την άδεια του αφέντη τους, όσοι συνωμοτούν κατά της εξουσίας, οι γυναίκες που φορούν ανδρικά ρούχα, όσοι τηρούν ελληνικές συνήθειες, όποιος επιτρέψει σε γυναίκα να μπει στο άγιο Βήμα, οι χήρες που παντρεύονται μετά τα 60, γυναίκες και άντρες που ισχυρίζονται ότι μαντεύουν το μέλλον (εξαιρούνται τα μέντιουμ Κοσμάς Αιτωλός, Παπουλάκος και Πορφύριος της Μαλακάσας), όσοι δεν κοινωνούν για τρεις συνεχείς εβδομάδες κ.λ.π.. Με λίγα λόγια όλοι είμαστε αναθεματισμένοι. 
Όλα αυτά σύμφωνα με τη Νομοκανονική Συλλογή της “Βακτηρίας Αρχιερέων”. Επίσης σύμφωνα με τους Κανόνες της Πενθέκτης Συνόδου, αφορισμένοι είναι όσοι ζωγραφίζουν γυμνές παραστάσεις (Ρ΄), παρακολουθούν άσεμνους χορούς στο θέατρο (ΝΑ΄), φέρουν ανάρμοστα ενδύματα (ΚΖ΄). Υπάρχει και άλλη μια κατηγορία κακοποιών που αφορίζονται: Όσοι κόπτουν ιερά βιβλία και “θέτουν πιπέρια ή λίβανον οπού πουλούσι“.
Ειδική ασυλία στο θέμα του αφορισμού είχαν οι ισχυροί άρχοντες. Στα τέλη του 17ου αιώνα ο αρχιμανδρίτης Χρύσανθος Νοταράς, μετέπειτα πατριάρχης Ιεροσολύμων, που κληρονόμησε το 1707 το θρόνο από το θείο του, αποφαίνεται σε πραγματεία που του ζήτησε να συγγράψει ο ηγεμόνας της Βλαχίας Κωνσταντίνος Μπασαράμπα, στην αυλή του οποίου ψωμιζόταν για πολλά χρόνια, πως οι εκκλησιαστικοί έχουν δικαίωμα να αφορίζουν τους άρχοντες αλλά πρέπει να “συλλογισθούν και να στοχασθούν καλά, πόσα κακά ημπορούν να έλθουν εις την εκκλησίαν από τον αφορισμόν τούτον“.

 
«Το ανάθεμα του προδότου». Λιθοσωρός από το τελετουργικό πετροβόλημα με μούντζες των πιστών κατά του Βενιζέλου με μαέστρο τον αρχιεπίσκοπο, μπροστά στην Ευελπίδων
Στις 12.12.1916, ο Αθηνών Θεόκλητος επικεφαλής των Συνοδικών και των παρεπιδημούντων αρχιερέων (μεταξύ των οποίων και ο Τρωάδος Νεόφυτος του πατριαρχείου), και του εσμού των βασιλοφρόνων που μετέφερε αγκωνάρια, αφόρισε τον Ελ.Βενιζέλο «φυλακίζοντα αρχιερείς και επιβουλευόμενον την Βασιλείαν»!. Η πλέμπα με κάρα λιθάρια και μαύρες σημαίες, κάτω από τον ήχο καμπανοκρουσιών κατέβαινε στο πεδίο του Άρεως, από κοντά και οι μεγαλοκυρίες της Δεξιάς, αφεντικά και δούλοι μαζί. Ανάλογες αθλιότητες έγιναν σε πόλεις και χωριά. Λέει η Πην. Δέλτα: “Δεν είχα καμιά συμπάθεια για τον άθλιο μητροπολίτη……Είχα δει ….το ικρίωμα όπου στέκονταν ο μητροπολίτης, με το επιτελείο του από μουστακαλήδες μαγκουροφόρους και άπλωνε τα χέρια του για να δώσει την εκκλησιαστική κατάρα. Είχα δει το δάσος από χιλιάδες χέρια που σηκώνουνταν ολόγυρα για να μουτζώσουν. Είχα δει τον αρχηγό της Εκκλησίας να τρικλίζει από το σκουντοκόπημα που γίνουνταν γύρω από το πρόχειρο ικρίωμα και να χαμογελά εγκαρδιωτικά στις χιλιάδες χέρια που μούντζωναν……είχα ντραπεί, είχα αηδιάσει και είχα αναγουλιάσει……” (Γ.Καραγιάννη “Εκκλησία και Κράτος…”, εκδ. Ποντίκι). Η ίδια γράφει: «ο αξιοθρήνητος μητροπολίτης Αθηνών Θεόκλητος έκανε το περίφημο ανάθεμα, άντρες, γυναίκες, παιδιά, κυρίες και κύριοι του λεγομένου ‘καλού κόσμου’, πήγαν φορτωμένοι πέτρες».


Ο Βενιζέλος, αρνήθηκε εκείνη την εποχή που ο λαός ήταν έρμαιο των προλήψεων, να γίνει άρση του αναθέματος, όπως βεβαιώνει η Π. Δέλτα,: “Το ανάθεμα θα μείνει, και κάτω από το ανάθεμα θα νικήσομε, θα ελευθερώσομε τη Μακεδονία …Όχι μόνο δε θα ζητήσω να σηκωθεί το ανάθεμα, αλλά και θα μείνουν οι πέτρες … να ξέρει και να θυμάται ο κοσμάκης πως είμαι αναθεματισμένος, και όμως πως η νίκη θα είναι δική μας…

… Εννοώ να μείνουν οι πέτρες όπως είναι, να τις βλέπουν κάθε μέρα οι περαστικοί και να ξέρουν τι ανόητα, τι μάταια πράγματα που είναι οι κατάρες της εκκλησίας!“.

Ο ποιητής Γ. Σεφέρης έγραψε για “…το ελεεινό θέαμα του όχλου, με δεσποτάδες και παπάδες που κουβαλούσαν πέτρες για το ανάθεμα του Βενιζέλου, την αηδία που με έπνιγε στο Πολύγωνο, μπροστά στο φριχτό μνημείο“. Πάνω από 40 χρόνια μετά, ο Μαντινείας Γερμανός απολογείται γιατί πήρε μέρος ως ιερέας στο ανάθεμα, με επιχειρήματα δημοσιοϋπαλληλίσκου: «Ημείς δεν ήτο δυνατόν να πράξωμεν άλλως ως υπαγόμενοι εις την παλαιάν (νόμιμον) εξουσίαν» («Απολογία επί τώ αναθέματι του 1916». Αθ. 1958).

To 1954 o Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Μιχαήλ, συγγραφέας του αντιδραστικού «Θρησκεία και διανόησις», (1945) μετά την κατάταξη του Καζαντζάκη από τον πάπα στον κατάλογο Index των απαγορευμένων συγγραφέων ζητούσε να μην επιτραπεί η μετάφραση των βιβλίων του Καζαντζάκη και οι δεσπότες Χίου και Θεσσαλονίκης ζητούν τον αφορισμό του και την ποινική του δίωξη.
Η Σύνοδος απαίτησε την απαγόρευση του βιβλίου του και τον κατηγόρησε μεταξύ άλλων πως «’Ο Χριστός ξανασταυρώνεται’, εκτός του παραδόξου και ασεβούς τίτλου του, περιέχει διάθεσιν ασεβούς χρησιμοποιήσεως ιστορικών αληθειών του Ευαγγελίου. Εξ άλλου, διά του βιβλίου τούτου γίνεται διδασκαλία σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών θεωριών και περιυβρίζονται οι ποιμένες της Εκκλησίας». Το ανάθεμα δεν δημοσιεύτηκε. Συνέβαλε η πανστρατιά των πνευματικών ανθρώπων εδώ και στο εξωτερικό που τρομοκράτησε την Εκκλησία. Σύμφωνα με τον εκδότη Γ. Γoυδέλη (Κ.Ελευθεροτυπία-24.2.1982) η συμμετοχή του Καζαντζάκη σε δείπνο της φίλης του Μαρίας Βοναπάρτη με τους Παύλο και Φρειδερίκη στο Παρίσι έκοψε τα γόνατα της Συνόδου, που δεν τόλμησε να εκδώσει αφορισμό, αλλά όταν πέθανε απείλησε όποιον κληρικό τολμούσε να ψάλλει την νεκρώσιμη ακολουθία.


Ορθόδοξοι Μουτζαχεντίν στο Κολωνάκι μάχονται κατά του αφορισμένου «Τελευταίου πειρασμού». Πριν 6 χρόνια, το κανάλι Star ματαίωσε την προβολή της ύστερα από επέμβαση του γνωστού από την υπόθεση των ροζ κασετών της πλατείας Κουμουνδούρου (αθωώθηκε) εκπρόσωπου του Χριστόδουλου αρχιμανδρίτη Επιφάνειου. (Βλ.Ιό-Ελευθεροτυπία -12/6/2005).

Ο Ευγένιος της Κρήτης όμως ανταποκρινόμενος σε πάνδημη απαίτηση των συμπατριωτών του, παρέστη στον ναό όπου μεταφερθηκε η σωρός και στη συνέχεια ένας παπάς συμμετείχε στην ταφή. Ο τότε αρχιμανδρίτης και μετέπειτα Φλωρίνης Αυγουστίνος, έγραψε λιβελογράφημα: στη «Σπίθα»: «Ρεζίλια των σκυλιών γίναμε. Η συντέλεια των αιώνων έφτασε! Βόθρος ρέει από τους ακάθαρτους ποταμούς από τις σελίδες του ανήθικου. Σήμερα η Ελλάς κηδεύει με δημόσιον δαπάνη ποιόν (;) τον υβριστή της εκκλησίας μας . Φρίκη, ούτε ο υπόνομος των Αθηνών δεν θα ανέδιδε τέτοια δυσωδία. Έφτασε η Δευτέρα παρουσία ! Το θλιβερότερο: ο Μητροπολίτης Ευγένιος παρόλο που ειδοποιήθηκε αυστηρά από την Ιεραρχία άφησε τον βλάστημο να μπει μέσα σε Χριστιανική εκκλησία και παρέστη στην κηδεία του! ….. Ντροπή σας, χυδαιολόγοι της πίστης μας. Να πάτε στην Χάβρες, να πάτε στα τζαμιά αλλά να μην πατήσετε τα πόδια σας σε ιερόν ναό της εκκλησίας μας πρυτάνεις των Πανεπιστημίων , λογοτέχνες και πολιτικοί . Αν ζούσαν σήμερα οι τρεις Ιεράρχες θα σας είχαν αφορίσει όλους σας!».
Εκτός από τους μεγάλους αφορισμούς έχουμε και μικρούς που τελούνται αυθαίρετα από τοπάρχες ιερωμένους. Ο ηθοποιός Ν. Καλογερόπουλος αφορίστηκε το 1976 από τον τοπικό αρχιμανδρίτη («χωριανοί διώχτε τα δαιμόνια από το χωριό») στο Προκόπι (χώρο ξεσηκωμού των αγροτών κατά του τσιφλικά Μπέκερ και χώρου λατρείας του Αϊγιάννη του Ρώσου) της Εύβοιας επειδή με το θεατρικό του έργο ο «Μπαμπούλας», παρουσίαζε τους «δυο ‘μπαμπούλες’ του αγρότη» την Αγροτική Τράπεζα και την Εκκλησία. Ο αφορισμός τον ακολούθησε και στη Ζάκυνθο όπου ο δεσπότης έριξε με επιτυχία το σύνθημα «Να μην πατήσει κανένας στο θέατρο» (Ι.Λάζαρης, «Δαυλός», 9.’06). Ο λαός (εκτός από 100 ανθρώπους) υπάκουσε στην έκκληση του δεσπότη του, του φυλακισμένου τώρα Παντελεήμονα που αργότερα μετατέθηκε στην Αττική αντικανονικά και μάλιστα όπως καταγγέλθηκε με πλαστογραφία των ψηφοδελτίων από τον Χριστόδουλο.
Tη χρυσή περίοδο της Τουρκοκρατίας, το επισκοπάτο αποθρασυμένο από την εξουσία του πάνω στους ραγιάδες αφορίζει για ψύλλου πήδημα, ιδιαίτερα όταν απειλείτο το πουγκί του, αλλά συχνά ύστερα από απαίτηση τοπικών εκκλησιαστικών ή ανθρώπων που γύρευαν το δίκιο τους για κτηματικές, οικογενειακές διαφορές και για κάθε λογής μικροαιτίες. Ο Καμπούρογλου αναφέρει πως ο Αθηνών Διονύσιος, αφορίζει τους κατοίκους «των χωρίων των μη αποστειλάντων το κανονικόν σιτάριον, το δικαίωμα του μητροπολίτου». Το 1802 το πατριαρχείο αφορίζει τους κληρονόμους του Μονεμβασίας Ιγνάτιου επειδή δεν απέδωσαν στο πατριαρχείο τα προς αυτό χρέη του συγγενή τους. (Σ.Κουγέα «Ο μητροπολίτης….», «Πελοποννησιακά» 1957, τ.Β). 
Υπήρξαν όμως και πολιτικοί αφορισμοί. Το ανάθεμα των κλεφτών και αμαρτωλών το 1805 από τον Καλλίνικο τον Ε΄ που είχε αγοράσει τον θρόνο από τον Μ.Βεζύρη, έδωσε κατά τον Πιπινέλη το “τελειωτικόν κτύπημα” κατά του αρματωλισμού. Διέταζε ο Παναγιώτατος: “Χωρίς αργοπορίαν να πιάνωσι τους κακοποιούς κλέφτες και να τους δίδωσι εις τον βοϊβόνδαν και ζαπίτην” και όποιος ραγιάς τους δώσει ψωμί και δεν τους καταδώσει αυτός και η γυναίκα του “κατηραμένοι και ασυγχώρητοι“. Ξεσηκώθηκε λοιπόν ο χριστιανικός όχλος διψασμένος για το αίμα των ανταρτών. Όπως καταθέτει ο Αμβρόσιος Φραντζής έσπευσαν τότε “Οθωμανοί τε και Έλληνες κατά των κλεπτών“, στέλνοντας όσους συλλαμβάνονταν στην αγχόνη, στο παλούκωμα, στη σούβλα ή στο σχίσιμο στα τέσσερα και στο κρέμασμα στις δημόσιες οδούς. 


O Θ. Κολοκοτρώνης, δραπετεύει με την οικογένειά του στην Ζάκυνθο: “Εμάθαμεν ότι ήλθε το συνοδικό και το φερμάνι. Εμάζωξα όλους…και τους είπα να αναχωρήσωμεν να πάμε εις την Ζάκυνθο…“. Ο Dodwell, αναφέρεται στην μάχη στο Αλειτούργι Μεσσηνίας, όπου Έλληνες με επικεφαλής έναν παπά, πολέμησαν τους Κολοκοτρωναίους στο πλευρό των Τούρκων. Οι καλόγεροι της μονής Αη Λιά της Ιθώμης, το είχαν σκάσει και οι κλέφτες είχαν βάλει την πόρτα τους στο σημάδι για διασκέδαση. Όπως προκύπτει από πατριαρχικό γράμμα στον Δημητσάνας Φιλόθεο, ο πατριάρχης απειλούσε τους μητροπολίτες πως αν δεν συνεργαζόντουσαν “η αρχιερωσύνη σου θα εκδιωχθή παντοτεινά από την επαρχίαν σου“. Ένας καλόγερος της μονής Αιμυαλών στη Δημητσάνα κάρφωσε τους Κολοκοτρωναίους που κρυβόντουσαν στο μοναστήρι του. Καμιά φορά όμως ο αφορισμός είχε για την Εκκλησία ανεπιθύμητες παρενέργειες. Στο χωριό Κοροβελέσι των Ακροκεραυνίων, τον 18ο αιώνα ο δεσπότης της Χειμάρας απαιτούσε από τους πεινασμένους λόγω σιτοδείας κατοίκους να τηρήσουν την νηστεία, απειλώντας με αφορισμό. Είδαν κι απόειδαν οι χωρικοί και έγιναν μουσουλμάνοι. (Δ.Κ.Παπαϊωάννου “Η πολιτική των επισκόπων επί Τουρκοκρατίας”)..
O δημοσιογράφος Δ. Χαλιβελάκης μετά την έκδοση του βιβλίου του «Έρωτες Αγίων», έγινε αποδέκτης τηλεφωνικών αναθεμάτων «Εθνος» (16/1/1987-Β. Ραφαηλίδης): «…., απροκάλυπτα πια απειλούν τη ζωή μου με σωρεία τηλεφωνημάτων. … Να σε καταστρέψει ο Χριστός μας να σε ρίξει στη γέεννα του πυρός, όπου τριγμοί οδόντων. Η πύρινη ρομφαία του Θεού να σε καίει και την οικογένειά σου και να μη πεθαίνετε αλλά να βασανίζεστε αιωνίως. Να γίνει σεισμός και τα ερείπια του σπιτιού σας να σας πλακώσουν. Θα σε σπάσουμε στο ξύλο ..». Στις 15 Μάη 1987, “Το Ποντίκι” αποκάλυψε ότι η Σύνοδος στις 8 Δεκέμβρη 1986, έστειλε έγγραφο στην Πανελλήνια Ομοσπονδία Αυτοκινητιστών Υπεραστικών Συγκοινωνιών, εγκαλώντας την γιατί τόλμησε να μοιράσει το βιβλίο σε συνέδριό της. Ο Τύπος έδωσε έκταση στο γεγονός, αποκαλώντας το περιπαικτικά αφορισμό.
Ο μητροπολίτης Κορινθίας άγιος Παντελεήμων (1 χρόνος φυλακή για οικονομικές ατασθαλίες) είχε τόσο μίσος για το ποίμνιο και τους ιερείς του, που στη Διαθήκη του προειδοποιούσε με κατάρες: «.. να μην ταφώ πουθενά στην Κορινθίαν να μην γίνη η κηδεία εις Κορινθίαν και να την κάμη δε ένας μόνον ιερέας οπωσδήποτε μη Κορίνθιος και ούτε ποτέ τα οστά μου να μεταφερθούν εις Κόρινθον ή Κορινθίαν. Ούτε οδός της πόλης της Κορίνθου ή της Κορινθίας να ονομασθή στο όνομά μου. H παράβασις των ανωτέρω …. συνεπάγεται βαρυτάτας Αράς Αρχιερατικάς».
Η Εκκλησία σήμερα αποφεύγει τον αφορισμό, φοβούμενη αντιδράσεις. Ο θεσμός όμως είναι ενεργός. Το καλοκαίρι του 2001 (επί εκσυγχρονιστή Σημίτη) αποσύρθηκε παλιό (Τουρκοκρατίας) ανάθεμα της μονής Κουτλουμουσίου κατά των κατοίκων του Μούδρου με με χρήματα της η Νομαρχίας! Πλοίο του Π.Ν. μετέφερε τον ηγούμενο με τιμές. Αυτές οι μαγγανείες έγιναν εκεί που ανασκάφτηκε το αρχαιότερο βουλευτήριο του κόσμου (Στρ. Μπαλάσκας, “Ελευθεροτυπία”, 23-7  24-8-2001).


Ο αφορισμός της Επανάστασης του 1821 από την ελληνική Εκκλησία
Το παρακάτω κατάπτυστο κείμενο συνέταξε ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριος Ε’.Με το κείμενο αυτό ο Πατριάρχης Γρηγόριος αφορίζει και καταδικάζει την Επανάσταση του 1821.
Πρωτοδημοσιεύθηκε στο ελληνικό περιοδικό «Λόγιος Ερμής» που τυπώνονταν στην Βιέννη της Αυστρίας.Το κείμενο αναφέρεται κι αργότερα στο βιβλίο Ιστορίας του Ιωάννη Φιλήμονος, του 1856.
Φυσικά αυτό το κείμενο δεν διδάσκεται στα ελληνικά σχολεία.
Είναι σημείο διαμάχης σήμερα, το αν ο Γρηγόριος αφόρισε την Επανάσταση κάνοντας έναν ελιγμό στην πίεση της Οθωμανικής Πύλης, ή ήταν μια ειλικρινής προσπάθεια με στόχο να περισώσει τα κεκτημένα της Εκκλησίας. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πάντως, ότι ο ίδιος «εθνομάρτυρας» Πατριάρχης είχε αφορίσει επίσης τον Ρήγα Φεραίο και τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ενώ όπως πολύ εύστοχα σχολιάζει ο ιστορικός Ιωάννης Κορδάτος «Οι πραγματικοί πατριώτες που έχουν μεγάλα ηγετικά πόστα, θυσιάζονται σε τέτοιες στιγμές».
Η Εκκλησία φυσικά υποστηρίζει την πρώτη εκδοχή και με βάση και την «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» της Εκδοτικής Αθηνών (τομ. ΙΒ’, σ. 130β), ο Αλέξανδρος Υψηλάντης διαμηνύει προς τους Σουλιώτες.

Ο Πατριάρχης βιαζόμενος υπό της Πόρτας σας στέλνει αφοριστικά και εξάρχους παρακινώντας σας να ενωθήτε με την Πόρταν. Εσείς όμως να τα θεωρείται αυτά ως άκυρα, καθότι γίνονται με βίαν και δυναστείαν και άνευ της θελήσεως του Πατριάρχου.
Σημείο τριβής αποτελεί και το αν αποσύρθηκε τελικά εκ των υστέρων ο αφορισμός. Υπάρχει ο ισχυρισμός ότι ο αφορισμός ουδέποτε αποσύρθηκε από την ελληνική Εκκλησία μέχρι τις μέρες μας. Η Εκκλησία υποστηρίζει ότι αποσύρθηκε μυστικά, γι’ αυτό άλλωστε κρεμάστηκε ο Γρηγόριος από τους Τούρκους. Ο ίδιος ο Σουλτάνος στην προκήρυξή του για το θάνατο του Πατριάρχη, αν και τον κατηγορεί για «πλαστά δείγματα αφοσιώσεως», δεν αναφέρεται άμεσα στον αφορισμό:
Ο δόλιος Ρωμηός Πατριάρχης, καίτοι κατά το παρελθόν είχε δώσει πλαστά δείγματα αφοσιώσεως, όμως κατά την περίπτωσιν ταύτην, μη δυνάμενος να αγνοή την συνωμοσίαν της επαναστάσεως του έθνους του [...], όμως ένεκα της εμφύτου διαφθοράς της καρδίας του, ου μόνον δεν ειδοποίησε, ουδέ επετίμησε τους αφελείς [...], αλλά, κατά τα φαινόμενα, αυτός ο ίδιος, όπισθεν των παρασκηνίων, έδρα κρυφίως, ως αρχηγός της επαναστάσεως…
Τα γραπτά όμως μένουν… Εκτός από το αφορισμό, ο Γρηγόριος Ε’ είχε αποστείλει και δύο ακόμη εγκυκλίους: Μία ανοιχτή για να διαβαστεί στους κληρικούς και μία ακόμη εμπιστευτική προς τους μητροπολίτες, αν αγνοία του Σουλτάνου, την οποία φυσικά κανένας δεν τον υποχρέωσε να συντάξει.
Ακολουθεί ολόκληρο το κείμενο του αφορισμού, μαζί με τα ονόματα όσων το προσυπέγραψαν…

Γρηγόριος ελέω Θεού αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, νέας Ρώμης και Oικουμενικός Πατριάρχης.
Οι τω καθ’ ημάς αγιωτάτω, πατριαρχικώ, αποστολικώ και οικουμενικώ θρόνω υποκείμενοι ιερώτατοι μητροπολίται και υπέρτιμοι και θεοφιλέστατοι αρχιεπίσκοποι τε και επίσκοποι, εν αγίω Πνεύματι αγαπητοί αδελφοί και συλλειτουργοί, και εντιμότατοι κληρικοί της καθ’ ημάς του Χριστού μεγάλης εκκλησίας και εκάστης επαρχίας ευλαβέστατοι ιερείς και οσιότατοι ιερομόναχοι, οι ψάλλοντες εν ταις εκκλησίαις της Πόλεως, του Γαλατά και όλου του Καταστένου και απανταχού, και λοιποί απαξάπαντες ευλογημένοι Χριστιανοί, τέκνα εν Κυρίω ημών αγαπητά, χάρις είη υμήν και ειρήνη παρά Θεού, παρ’ ημών δε ευχή, ευλογία και συγχώρεσις.
Η πρώτη βάσις της ηθικής, ότι είναι η προς τους ευεργετούντας ευγνωμοσύνη είναι ηλίου λαμπρότερον και όστις ευεργετούμενος αχαριστεί είναι ο κάκιστος των ανθρώπων. Αυτήν την κακίαν βλέπομεν πολλαχού στηλιτευομένην και παρά των ιερών γραφών και παρ’ αυτού του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ασυγχώρητον, καθώς έχομεν το παράδειγμα του Ιούδα. Όταν δε η αχαριστία ήναι συνωδευμένη και με πνεύμα κακοποιόν και αποστατικόν εναντίον την κοινής ημών ευεργέτιδος και τροφού, κραταιάς και αηττήτου βασιλείας, τότε εμφαίνει και τρόπον αντίθεον, επειδή ουκ έστι, φησί, βασιλεία και εξουσία ειμή υπό Θεού τεταγμένη’ όθεν και πας ο αντιττατόμενος αυτή τη θεόθεν εφ’ ημάς τεταγμένη κραταιά βασιλεία, τη του Θεού διαταγή ανθέστηκε.
Και τα δύο ταύτα ουσιώδη και βάσιμα ηθικά και θρησκευτικά χρέη κατεπάτησαν με απαραδειγμάτιστον θρασύτατα και αλαζονείαν ο,τε προδιορισθείς της Μολδαυίας ηγεμών ως μη ώφειλε, Μιχαήλ, και ο του γνωστού αγνώμονος και φυγάδος Υψηλάντου αγνώμων υιός Αλέξανδρος Υψηλάντης. Εις όλους τους ομογενείς μας είναι γνωστά τα άπειρα ελέη, όσα η αένναος της εφ’ ημάς τεταγμένης κραταίας βασιλείας πηγή εξέχεεν εις τον κακόβουλον αυτόν Μιχαήλ’ από μικρού και ευτελούς τον ανύψωσεν εις βαθμούς και μεγαλεία’ από αδόξου και ασήμου τον προήγαγεν εις δόξας και τιμάς’ τον επλούτισε, τον περιέθαλψε, τέλος πάντων τον ετίμησε και με τον λαμπρότατον της ηγεμονίας αυτής θρόνον και τον κατέστησεν άρχοντα λαών.
Αυτός όμως, φύσει κακόβουλος ων, εφάνη τέρας έμψυχον αχαριστίας και συνεφώνησε μετά του Αλεξάνδρου Υψηλάντου, υιού του δραπέτου και φυγάδος εκείνου Υψηλάντου, όστις παραλαβών μερικούς ομοίους του βοηθούς ετόλμησε να έλθη αίφνης εις την Μολδαυίαν, και αμφότεροι απονενοημένοι επίσης, αλαζόνες και δοξομανείς, ή μάλλον ειπείν, ματαιόφρονες, εκήρυξαν του γένους ελευθερίαν και με την φωνήν αυτήν εφείλκυσαν πολλούς των εκεί κακοήθεις και ανοήτους, διασπείραντες και αποστόλους εις διάφορα μέρη δια να εξαπατήσωσι και να εφελκύσωσιν εις τον ίδιον της απωλείας κρημνόν και άλλους πολλούς των ομογενών μας.
Διά να δυνηθώσι δε τρόπον τινά να ενθαρρύνωσι τους ακούοντας μετεχειρίσθησαν και το όνομα της Ρωσσικής Δυνάμεως, προβαλλόμενοι, ότι και αυτή είναι σύμφωνος με τους στοχασμούς και τα κινήματά των’ πρόβλημα διόλου ψευδές και ανύπαρκτον, και μόνον της ιδικής των κακοβουλίας και ματαιοφροσύνης γέννημά τε και αποκύημα’ επειδή, εν ω το τοιούτον είναι αδύνατον ηθικώς και πολλής προξένον μομφής εις την ρωσσικήν αυτοκρατορίαν, και ο ίδιος ενταύθα εξοχώτατος πρέσβυς αυτής έδωκεν έγγραφον πληροφορίαν, ότι ουδεμίαν ή είδησιν ή μετοχήν έχει το ρωσσικόν κράτος εις αυτήν την υπόθεσιν, καταμεμφόμενον μάλιστα και αποτροπιαζόμενον του πράγματος της βδελυρίαν’ και προσεπιπλέον η αυτού εξοχότης ειδοποίησεν εξ επαγγέλματος τα διατρέχοντα, υπομνήσας το βασίλειον κράτος, ότι ανάγκη πάσα να φροντίση ευθύς εξ αρχής τον αποσκορακισμόν και την διάλυσιν των τοιούτων κακών’ και τόσον εκ της ειδοποιήσεως ταύτης, όσον και από τα έγγραφα, τα οποία επιάσθησαν από μέρους των μουχαφίσιδων των βασιλικών σερχατίων, και από άλλους πιστούς ομογενείς επαρρησιάσθησαν, έγεινε γνωστή εις το πολυχρόνιον κράτος η ρίζα και η βάσις όλου αυτού του κακοήθους σχεδίου.
Με τοιαύτας ραδιουργίας εσχημάτισαν την ολεθρίαν σκηνήν οι δύο ούτοι και οι τούτων συμπράκτορες φιλελεύθεροι, μάλλον δε μισελεύθεροι, και επεχείρησαν εις έργον μιαρόν, θεοστυγές και ασύνετον, θέλοντες να διαταράξωσι την άνεσιν και ησυχίαν των ομογενών μας πιστών ραγιάδων της κραταιάς βασιλείας, την οποίαν απολαμβάνουσιν υπό την αμφιλαφή αυτής σκιάν με τόσα ελευθερίας προνόμια, όσα δεν απολαμβάνει άλλο έθνος υποτελές και υποκείμενον, ζώντες ανενόχλητοι με τας γυναίκας και τα τέκνα των, με τας περιουσίας και καταστάσεις, και με την ύπαρξιν της τιμής των, και κατ’ εξοχήν με τα προνόμια της θρησκείας, ήτις διεφυλάχθη και διατηρείται ασκανδάλιστος μέχρι της σήμερον επί ψυχική ημών σωτηρία.
Αντί λοιπόν φιλελευθέρων εφάνησαν μισελεύθεροι, και αντί φιλογενών και φιλοθρήσκων εφάνησαν μισογενείς, μισόθρησκοι και αντίθεοι, διοργανίζοντες, φευ, οι ασυνείδητοι με τα απονενοημένα κινήματά των την αγανάκτησιν της ευμενούς κραταιάς βασιλείας εναντίον των ομογενών μας υπηκόων της, και σπεύδοντες να επιφέρωσι κοινόν και γενικόν τον όλεθρον εναντίον παντός του γένους. Και αγκαλά είναι γνωστόν, ότι, όσοι είναι κατηρτισμένοι τω όντι εις την ευσέβειαν, όσοι νουνεχείς και τίμιοι και των ιερών κανόνων και θείων νόμων ακριβείς φύλακες δεν θέλουν δώσει ευηκοιαν εις τας ψευδολογίας των αχρείων εκείνων και κακόβουλων’ επειδή όμως είν’ ενδεχόμενον να σηνηρπάσθησάν τινές και παρασυρθώσι και άλλοι, διά τούτο προκαταλαμβάνοντες εκ προνοίας εκκλησιαστικής υπαγορεύομεν πάσιν υμίν τα σωτήρια, και γράφοντες μετά των περί ημας ιερωτάτων συναδελφών, του μακαριωτάτου πατριάρχου των Ιεροσολύμων, των εκλαμπροτάτων και περιφανεστάτων προυχόντων του γένους, των τιμιωτάτων πραγματευτών, των αφ’ εκάστου ρουφετίου προκριτωτέρων και όλων των εν τη βασιλευούση ορθοδόξων μελών εκάστης τάξεως και εκάστου βαθμού, συμβουλεύομεν και παραινούμεν και εντελλόμεθα και παραγγέλλομεν πάσιν υμίν τοις κατά τόπον αρχιερεύσι, τοις ηγουμένοις των ιερών μοναστηρίων, τοις ιερεύσι των εκκλησιών, τοις πνευματικοίς πατράσι των ενοριών, τοις προεστώσι και ευκαταστάτοις των κωμοπόλεων και χωρίων, και πάσιν απλώς τοις κατά τόπον προκρίτοις να διακηρύξετε την απάτην των ειρημένων κακοποιών και κακοβούλων ανθρώπων, και να τους αποδείξετε και να τους στηλιτεύσετε πανταχού ως κοινούς λυμεώνας και ματαιόφρονας, και να προσέχετε όσον το δυνατόν εις τας απάτας αυτών και ραδιουργίας, γινώσκοντες, ότι η μόνη απόδειξις της αθωότητος των είναι να εμφανίσωσιν όσα γράμματα λάβωσι τυχόν εις χείρας περί της αυτής υποθέσεως, ή ειδήσεις μάθωσι, και να παρρησιάσωσιν οι μεν ενταύθα εν βασιλευούση προς ημάς, οι δ’ εν τοις έξω μέρεσιν εις τους κατά τόπον αρχιερείς και τους διοριζομένους παρ’ ημών εκκλησιαστικούς εξάρχους και τους βασιλικούς εξουσιαστάς και διοικητάς, δηλοποιούντες και παραδίδοντες και εκείνους τους απλουστέρους, όσοι ήθελαν φωραθή ότι ενεργούν ανοίκεια του ρεαγιαδιακού χαρακτήρος, καθότι οι τοιούτοι διαταράττουσι την γενικήν ησυχίαν, και κατακρημνίζουσι τους αδυνάτους και αθώους ομογενείς μας εις της απωλείας το βάραθρον.
Και τόσον υμείς οι αρχιερείς, οι μοναστηριακοί, οι ιερωμένοι, και οι προεστώτες και ευκατάστατοι και πρόκριτοι εκάστου τόπου με την άγρυπνον προσοχήν σας, όσον και οι λοιποί εκάστης τάξεως και βαθμού άνθρωποι με τας εκ μέρους σας αδιαλείπτους συμβουλάς και νουθεσίας, και κατά τας πατρικάς και προνοητικάς εκκλησιαστικάς ημών οδηγίας και παραινέσεις να γενήτε εδραίοι και αμετακίνητοι επί του κέντρου του ρεαγιαλικίου, και εξ όλης ψυχής και καρδίας σας να διαφυλλάττετε την πίστιν και κάθε υποταγήν και ευπείθειαν εις αυτήν την θεόθεν εφ’ ημάς τεταγμένην κραταιάν και αήττητον βασιλείαν, και να αποδεικνύετε εντελώς με όλα τα πραγματικά της ειλικρινείας σημεία’ καθότι η μετ’ ευχαριστίας και ειλικρινείας υποταγή χαρακτηρίζει και την προς Θεόν αγάπην και πίστιν, και την προς τας θείας αυτού εντολάς και τας υπαγορεύσεις των θείων νόμων και ιερών κανόνων υπακοήν, και την ευγνωμοσύνην της καρδίας ημών διά τ’ άπειρα ελέη, οπού απολαμβάνομεν παρά της βασιλικής φιλανθρωπίας.
Επειδή δε προς τοις άλλοις εγένετο γνωστόν, ότι οι το σατανικόν της δημεγερσίας φρόνημα επινοήσαντες, και εταιρίαν τοιαύτην συστησάμενοι προς αλλήλους συνεδέθησαν και με τον δεσμόν του όρκου, γινωσκέτωσαν, ότι ο όρκος αυτός είναι όρκος απάτης, είναι αδιάκριτος, και όμοιος με τον όρκον του Ηρώδου, όστις, διά να μη φανή παραβάτης του όρκου του, απεκεφάλισεν Ιωάννην τον βαπτιστήν. Αν ήθελεν αθετήσει τον παράλογον όρκον του, τον οποίον επενόησεν η άλογος επιθυμία του, έζη βέβαια τότε ο θείος πρόδρομος’ ώστε ενός απλού όρκου επιμονή έφερε τον θάνατον του προδρόμου. Η επιμονή άρα του όρκου εις διατήρησιν των υποσχεθέντων παρά της φατρίας αυτής, πραγματευομένης ουσιωδώς την απώλειαν ενός ολοκλήρου γένους, πόσον είναι ολεθρία και θεομίσητος είναι φανερόν’ εξ εναντίας, η αθέτησις του όρκου αυτού, απαλλάττουσα το γένος εκ των επερχομένων απαραμυθήτων δεινών, είναι θεοφιλής και σωτηριώδης. Διά τούτο τη χάριτι του παναγίου Πνέυματος έχει η εκκλησία αυτόν διαλελυμένον, και αποδέχεται και συγχωρεί εκ καρδίας τους μετανοούντας και επιστρέφοντας, και την προτέραν απάτην ομολογούντας, και το πιστόν ρεαγιαλίκι αυτών εναγκαλιζομένους ειλικρινώς.
Ταύτα αμέσως να κοινολογήσετε εις όλους του γνωστούς σας, και να κατασταθήτε όλοι προσεκτικώτεροι, ανατρέποντες και διαλύοντες ως αραχνιώδη υφάσματα, όσα η απάτη και η κακοβουλία των πρωταιτίων εκείνων καθ’ οιονδήτινα τρόπον συνέπλεξε. Επειδή, εάν, ο μη γένοιτο, δεν ήθελε καθαρισθή η θανατηφόρος αύτη λύμη, και φωραθώσί τινες τολμώντες εις επιχειρήματα εναντία των καθηκόντων του ρεαγιαλικίου, κοντά οπού οι τοιούτοι έχουσι να παιδευθώσι χωρίς ελέους και οικτιρμών (μη γένοιτο, Χριστέ βασιλεύ!) αμέσως θέλει εξαφθή η δικαία οργή του κράτους του καθ’ ημών, και ο θυμός τής εκδικήσεως γενικός των εχλιϊσλάμιδων, και θέλουν εκχυθή τόσων αθώων αίματα αδίκως και παραλόγως, καθώς αποκριματίστως ταύτα πάντα διεσάλπισεν η κραταιά και αήττητος βασιλεία διά του εκδοθέντος και επ’ ακροάσει κοινή ημών αναγνωσθέντος υψηλού βασιλικού προσκυνητού ορισμού.
Εκείνους δε τους ασεβείς πρωταιτίους και απονενοημένους φυγάδας και αποστάτας ολεθρίους να τους μισήτε και να τους αποστρέφεσθε και διανοία και λόγω, καθότι και η εκκλησία και το γένος τους έχει μεμισημένους, και επισωρέυει κατ’ αυτών τας παλαμναιοτάτας και φρικωδεστάτας αράς’ ως μέλη σεσηπότα, τους έχει αποκεκομμένους της καθαράς και υγιαινούσης χριστιανικής ολομελείας’ ως παραβάται δε των θείων νόμων και κανονικών διατάξεων, ως καταφρονηταί του ιερού χρήματος της προς τους ευεργέτας ευγνωμοσύνης και ευχαριστίας, ως εναντίοι ηθικών και πολιτικών όρων, ως την απώλειαν των αθώων και ανευθύνων ομογενών μας ασυνειδήτως τεκταινόμενοι, αφωρισμένοι υπάρχειεν και κατηραμένοι και ασυγχώρητοι, και μετά θάνατον άλυτοι, και τω αιωνίω υπόδικοι αναθέματι, και αυτοί, και όσοι τοις ίχνεσιν αυτών κατηκολούθησαν του λοιπού, αν μη θελήσωσιν εννοήσαι την αρπαγήν και απάτην, και επιστραφήναί τε και βαδίσαι την ευθείαν της σωτηρίας οδόν, αν δεν αναλάβωσιν, ό εστι, τον εντελή χαρακτήρα του ρεαγιαδικού αυτών επαγγέλματος
Τα αυτά δε και κατά της αρχιερωσύνης σας και ιερωσύνης σας επανατείνομεν, εαν μη βαδίσετε, εις όσα εν Πνέυματι αγίω αποφαινόμεθα δια του παρόντος εκκλησιαστικώς, εάν δεν δείξετε εν έργω την επιμέλειάν σας και προθυμίαν εις την διάλυσιν των σκευωριών, εις την αναστολήν των καταχρήσεων και αταξιών, εις την επιστροφήν των πλανηθέντων, εις την άμεσον και έμμεσον καταδρομήν και εκδίκησιν των επιμενόντων εις τα αποστατικά φρονήματα, εάν δεν συμφωνήσετε τη εκκλησία του Θεού, και, εν ενί λόγω, εάν καθ’ οιονδήτινα τρόπον δολιευθήτε και κατενεχθήτε κατά της κοινής ημών ευεργέτιδος κραταιάς βασιλείας, έχομεν υμάς αργούς πάσης ιεροπραξίας, και τη δύναμει του παναγίου Πνεύματος εκπτώτους του βαθμού της αρχιεροσύνης και ιερωσύνης και το πυρί της γεέννης ενόχους, ως την κοινήν του γένους απώλειαν προτιμήσαντας. Ούτω τοίνυν γινώσκοντες, ανανήψατε προς Θεού και ποιήσατε καθώς γράφομεν εκκλησιαστικώς και γενικώς παρακελευόμεθα, και μη άλλως εξ αποφάσεως, ότι περιμένομεν κατά τάχος την αισίαν των γραφομένων αποπεράτωσιν, ίνα και η του θεού χάρις και το άπειρον έλεος είη μετά πάντων υμών.
αωκα’ εν μηνί Μαρτίω.
Υπεγράφη συνοδικώς επάνωθεν του ιερού θυσιαστηρίου παρά της ημών μετριότητος και της μακαριότητός του και πάντων των συναδέλφων αγίων αρχιερέων.
Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως αποφαίνεται.
Ο Ιεροσολύμων Πολύκαρπος συναποφαίνεται.
Ο Καισαρίας Ιωαννίκιος.
Ο Νικομηδείας Αθανάσιος.
Ο Δέρκων Γρηγόριος.
Ο Αδριανουπόλεως Δωρόθεος.
Ο Βιζύης Ιερεμίας.
Ο Σίφνου Καλλίνικος.
Ο Ηρακλείας Μελέτιος.
Ο Νικαίας Μακάριος.
Ο Θεσσαλονίκης Ιωσήφ.
Ο Βερροίας Ζαχαρίας.
Ο Διδυμοτοίχου Καλλίνικος.
Ο Βάρνης Φιλόθεος.
Ο Ρέοντος Διονύσιος.
Ο Κυζίκου Κωνστάντιος.
Ο Χαλκηδόνας Γρηγόριος.
Ο Τουρνόβου Ιωαννίκιος.
Ο Πισειδίας Αθανάσιος.
Ο Δρύστας Ανθιμος.
Ο Σωζοπόλεως Παίσιος.
Ο Φαναρίου και Φερσάλων Δαμασκηνός.
Ο Ναυπάκτου και Άρτης Άνθιμος. 
Ο πρώτος αφορισμός του Κολοκοτρώνη στα 1806 

Ο Θοδωρής Κολοκοτρώνης αφορίστηκε το 1806 μαζί με τους άλλους κλεφτοκαπεταναίους της Πελοποννήσου
Οι απλοϊκοί άνθρωποι, εκείνο τον καιρό, περισσότερο έτρεμαν τον αφορισμό και από τον ίδιον το θάνατο. Ακόμη κι ο Κολοκοτρώνης επηρεάστηκε από τον αφορισμό του Γρηγορίου του Ε΄ στα 1806. Οταν τον επόμενο χρόνο, στα 1807 βρέθηκε κουρσάρος πλέον στη Χαλκιδική, έστειλε ένα μήνυμα στον εξόριστο τότε, από τον σουλτάνο, στο Αγιον Ορος, Γρηγόριο τον Ε΄ που του 'γραφε ότι εκείνος τον κατάντησε έτσι: «Εσύ μου 'γραψες την προδοσία στο χαρτί αλλά εγώ θα σου τη γράψω στο κούτελο». Η απάντηση του πρώην αλλά και μελλοντικού Πατριάρχη ήταν ότι όλα έγιναν «κατά θείαν παραχώρησιν»!

Για το 1806 γράφει ο Θ. Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά του:
Ἡ ἀναφορὰ τῶν Τούρκων συμφωνεῖ μὲ τὰς πληροφορίας τοῦ Καμπινέτου τῆς Γαλλίας, ὅτι νὰ χαλάσουν τοὺς Καπεταναίους, τοὺς λεγομένους κλέφτας, καὶ τοὺς Καπεταναίους τῶν καραβιῶν, διατὶ μία ἡμέρα ἠμποροῦν νὰ κάμουν ἐπανάστασιν. Τότε κάμνει ἕνα φερμάνι ὁ Σουλτάνος νὰ σκοτώσουν τοὺς κλέφτας. Ἀφοριστικὸ ἔρχεται τοῦ Πατριάρχου διὰ νὰ σηκωθεῖ ὅλος ὁ λαός, καὶ ἔτζι ἐκινήθηκεν ὅλη ἡ Πελοπόννησος, Τοῦρκοι καὶ Ρωμαῖοι, κατὰ τῶν Κολοκοτρωναίων. Τὸν Αὔγουστον ὑπῆγα εἰς Ζάκυνθον. Τὸν Σεπτέμβρη ἐβγῆκα ἔξω, καὶ Ἰανουάριον 1806 ἦλθε τὸ διάταγμα καὶ μᾶς ἐκυνήγησαν (1). Ὁ Πετιμεζᾶς, ὁ Γιαννιᾶς καὶ ὁ Ζαχαριᾶς ἦτον χαμένοι πρωτύτερα, καὶ εὑρέθηκα μὲ μόνον 150.
Κατά το κυνηγητό τους, ο αδερφός του προδόθηκε από καλόγερο.

Ὁ Γιάννης δὲν εὗρε τὸν φίλον του, ἐπῆγε εἰς τοὺς Αἰμυαλούς, μοναστήρι, τοῦ ἔδωκε ἕνας καλόγερος φαγὶ καὶ ἔπειτα ἐπῆγε, ἔδωσε εἴδησιν εἰς τοὺς Τούρκους, ἐπῆγαν, τὸν πολιόρκησαν εἰς τὸν ληνὸν καὶ τὸν ἐσκότωσαν.

Ο Γιάννης (Ζορμπάς) Κολοκοτρώνης με 5 συντρόφους του πολιορκήθηκε στο ληνό του μοναστηριού. Οι Τούρκοι έβαλαν φωτιά για να τους βγάλουν και χάθηκαν όλοι κατά την έξοδό τους. Ο Θοδωράκης είχε ορκιστεί να κάψει το μοναστήρι μόλις γυρίσει, αλλά τελικά τους χαρίστηκε.

Ο αφορισμός του Αλ. Υψηλάντη


Στις 22 Φεβρουαρίου του 1821 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης πέρασε τον ποταμό Προύθο μαζί με τους αδελφούς του Νικόλαο και Γεώργιο και, δυο μέρες αργότερα φτάνοντας στο Ιάσιο, απεύθυνε ενθουσιώδη προκήρυξη προς τους Έλληνες τονίζοντας την ανάγκη σε θυσίες που θα χρειαστεί ο αγώνας και την ασημαντότητα των θυσιών αυτών μπροστά στο αγαθό της ελευθερίας εκδίδοντας την προκήρυξη - Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος.

Η προκήρυξη του Αλ. Υψηλάντη 24/02/1821:

Το κείμενο που ακολουθεί, είναι το έγγραφο αφορισμού, των Αλεξάνδρου Υψηλάντη και Μιχαήλ Σούτσουονομαστικώς, ταυτόχρονα συμβουλεύει ( με Πατερική Αγάπη! ) τους λοιπούς αγωνιστές του επαναστατικού κινήματος στην Μολδαϋία να ξαναγίνουν πιστοί ραγιάδες ” όπως όρισεν ο Θεός ”. Σημειώνεται ότι το έγγραφο αυτό υπεγράφη από τον Γρηγόριο τον Ε’ και τους άλλους “αγίους” ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, και αυτό έγινε ώστε να προκαλεί δέος και πραγματική φρίκη στον απλοϊκό Λαό της εποχής.

Απόσπασμα κειμένου του αφορισμού:
…Αντί λοιπόν φιλελευθέρων εφάνησαν μισελεύθεροι, και αντί φιλογενών και φιλοθρήσκων εφάνησαν μισογενείς, μισόθρησκοι και αντίθεοι, διοργανίζοντες, φευ, οι ασυνείδητοι με τα απονενοημένα κινήματά των την αγανάκτησιν της ευμενούς κραταιάς βασιλείας εναντίον των ομογενών μας υπηκόων της, και σπεύδοντες να επιφέρωσι κοινόν και γενικόν τον όλεθρον εναντίον παντός του γένους…
…Επειδή δε προς τοις άλλοις εγένετο γνωστόν, ότι οι το σατανικόν της δημεγερσίας φρόνημα επινοήσαντες….

Ο αφορισμός ήταν απόφαση μιας μεγάλης Κληρικολαϊκής Συνελεύσεως, που αποτελείτο από 72 εγκρίτους Ρωμηούς της Πόλης, εκ των οποίων οι 49 ήταν λαϊκοί και οι 23 Κληρικοί – Αρχιερείς. Στην Κληρικολαϊκή αυτή σύναξη αποφασίστηκε, οι μεν λαϊκοί να υποβάλλουν αναφορά αποκηρύξεως της επαναστάσεως και δήλωση υποταγής, οι δε Κληρικοί να συνθέσουν την πράξη του αφορισμού που τους ζητήθηκε από την Υψηλή Πύλη.

Ο αφορισμός της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας από τον πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄

Ο αφορισμός της ηρωίδας Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας, από τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄, έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 1820.
Επίσημη αφορμή για την πράξη αυτή φέρεται μία κληρονομικής φύσεως οικογενειακή διαφορά μεταξύ των δύο γιών του δευτέρου συζύγου της Μπουμπουλίνας και προγονών της, Γιάννη και Παντελή Μπούμπουλη, με την ίδια. Το Πατριαρχείο αντί άλλης μεσολαβητικής ενέργειας επέβαλε σφοδρό επιτίμιο στη Σπετσιώτισσα καπετάνισσα και αγωνίστρια. Η αυστηρότητα αυτής της απόφασης, που καθίσταται πρόδηλη και από τη λεκτική της διατύπωση, υπεμφαίνει, ότι τα βαθύτερα αίτια που την προκάλεσαν θα πρέπει να αποδοθούν στις πολιτικές συνεργασίες του Φαναρίου με την Υψηλή Πύλη.

Πέρα από τα όσα εμπεριέχονται στον συνοδικό αυτόν λίβελλο, θα πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν κάποιες ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις, και ιστορικά στοιχεία που συνδέονται άμεσα με το γεγονός του αφορισμού της Μπουμπουλίνας. Κατά πρώτον προκαλεί εύλογη απορία -και γιατί όχι, υποψία- το γεγονός ότι οι αδελφοί Μπούμπουλη απευθύνθηκαν, όχι στην τοπική εκκλησιαστική αρχή, αλλά στον ίδιον τον πατριάρχη. Αξίζει να σημειωθεί, ότι στην Επανάσταση, τα δυο αδέλφια δεν ακολούθησαν τα χνάρια του αγωνιστή πατέρα τους και ούτε βέβαια έλαβαν ποτέ μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις της μητριάς τους, σε μία από τις οποίες μάλιστα, έπεσε μαχόμενος ο μεγαλύτερος γιος της Μπουμπουλίνας, ο Γιάννος Γιάννουζας.
Δέον επίσης ν’ αναφερθεί, ότι τον καιρό κατά τον οποίον αφορίσθηκε η Μπουμπουλίνα, προετοίμαζε μεθοδικά την συγκρότηση ικανού στόλου με την προοπτική πολέμου στη θάλασσα. Με το επιχειρηματικό της δαιμόνιο, κατόρθωνε, όχι μόνο να διαχειρίζεται χρηστά και να αυξάνει την οικογενειακή περιουσία, αλλά και να αντεπεξέρχεται στα έξοδα που απαιτούσε η ναυπήγηση, η συντήρηση των πλοίων, η μισθοδοσία και τροφοδοσία των πληρωμάτων.
Η Υψηλή Πύλη, που είχε ως έναν βαθμό γνώση των δραστηριοτήτων τής Μπουμπουλίνας (για τη ναυπήγηση του «Αγαμέμνονα» καταγγέλθηκε στην Υψηλή Πύλη, ότι προετοιμάζει πολεμικό πλοίο), προσπάθησε κατ’ επανάληψιν να τις ανασχέσει με δημευτικές αποφάσεις και αποστολές επιθεωρητών για έλεγχο. Η Μπουμπουλίνα, κατάφερε να προστατέψει τα πλοία της, με την βοήθεια και των Ρώσων, επικαλούμενη το γεγονός ότι τα πλοία της έφεραν ρωσική σημαία, αλλά και το ότι ο σύζυγός της είχε προσφέρει υπηρεσίες στον ρωσικό στόλο. Δεδομένης λοιπόν της καταστάσεως αυτής, ένας αφορισμός ήταν το πλέον κατάλληλο όπλο για την αντιμετώπιση του κινδύνου που οι Οθωμανοί διέβλεπαν. Οι συγκεκριμένοι πρακτικοί σκοποί που θα εξυπηρετούσε αυτός ο αφορισμός, ήταν αφ’ ενός ο εκφοβισμός της ίδιας της Μπουμπουλίνας κι αφ’ ετέρου η ηθική και οικονομική της εκγύμνωση. 
Χαρακτηριστικό είναι επίσης το γεγονός, ότι ουδέποτε έγινε άρση του αφορισμού αυτού, ούτε ακόμη κι όταν η Μπουμπουλίνα, κατόπιν αυτού, εξέθεσε δημόσια την περιουσιακή της κατάσταση την 15η Οκτωβρίου 1820 ενώπιον των προεστών των Σπετσών, αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο διευθέτησης των οικογενειακών της εκκρεμοτήτων. Η εξαγωγή συμπερασμάτων επαφίεται στην κρίση του καθενός…

Το κείμενο του αφορισμού, όπως δημοσιεύθηκε από τον Ηλία Παπαθανασόπουλο στο περιοδικό «Ιστορία»(Ιούνιος 1973), συνοπτικά έχει ως εξής:

Γρηγόριος ελέω Θεού Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης.
Ιερώτατε Μητροπολίτα Ναυπλίου και Άργους και υπέρτιμοι, ευλαβέστατοι ιερείς, τιμιώτατοι κοτζαμπασίδες και χρήσιμοι προεστώτες της επαρχίας ταύτης και της νήσου Σπέτζης, χάρις είη υμίν και ειρήνη παρά Θεού. [...] Αποφαινόμεθα συνοδικώς μετά των περί ημάς ιερωτάτων Αρχιερέων και υπερτίμων, των εν αγίω Πνεύματι αγαπητών ημών αδελφών και συλλειτουργών, ίνα η ρηθείσα Λασκαρίνα, αν μη, άμα το ακούσαι και ιδείν το παρόν ημών συνοδικόν γράμμα, τον Θεόν φοβηθείσα και την αιώνιον κόλασιν εν νω θεμένη, [...] και οι γιγνώσκοντες τους έχοντας και κρύπτοντας πράγματα ή άσπρα του αποθανόντος, [...] οποίοι αν ώσιν, άνδρες η γυναίκες, συγγενείς η ξένοι, ομού αφωρισμένοι υπάρχωσι, και κατηραμένοι, και ασυγχώρητοι, και μετά θάνατον άλυτοι, και τυμπανιαίοι· αι πέτραι και ο σίδηρος λυθείησαν, αυτοί δε μηδαμώς· κληρονομήσειν την λέπραν του Γιεζή και την αγχόνην του Ιούδα, στένοντες είεν και τρέμοντες επί της γης ως ο Κάιν, η οργή του Θεού είη επ’ αυτούς, έχοντες και τας αράς πάντων των απ’ αιώνος αγίων και των οσίων τριακοσίων δέκα και οκτώ θεοφόρων Πατέρων. Η δε ρηθείσα Λασκαρίνα προφανώς ελεγχομένη και τη πεισμονή αυτής εμμένουσα υπάρχοι και έξω της του Χριστού Εκκλησίας, μηδείς εκκλησιάσοι αυτήν, η αγιάσοι, η θυμιάσοι, η αντίδωρον αυτή διδώ, έως ποιήση ως γράφομεν και τότε συγχωρηθήσεται.

αωκ (1820) εν μηνί Οκτωβρίω· ινδικτιώνος θ.

Ο Κωνσταντινουπόλεως Γηγόριος.

Ο Καισαρείας Μακάριος.
Ο Νικαίας Μακάριος.
Ο Θεσσαλονίκης Ιωσήφ.
Ο Τυρνάβου Ιωσήφ.
Ο Κυζίκου Γρηγόριος.
Ο Σίφνου Σαμουήλ

Αφορισμοί Λογοτεχνών στη Νεότερη Ελλάδα

Ο χριστιανισμός ορίστηκε στις απαρχές του ως μια κοινότητα ισότιμων και αγαπημένων μελών. Ο μόνος τρόπος επιβίωσης της νέας θρησκείας και των μελών της ήταν ακριβώς αυτή η έννοια της κοινότητας. Έτσι λοιπόν, η μέγιστη ποινή για κάθε μη σύννομη πράξη ήταν η αποβολή από την κοινότητα, η εγκατάλειψη του μέλους και η αποκοπή του από τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας. Αυτή η πρακτική τιμωρία πέρασε κατά τα βυζαντινά χρόνια στο τυπικό της Εκκλησίας και έλαβε διάφορες μορφές περισσότερο ή λιγότερο αυστηρές και απέκτησε μια σημασία συμβολική.
Στο μυαλό των χριστιανών ο αφορισμός συνδέθηκε με τους παγανιστικούς βρικόλακες αφού οι πατέρες της εκκλησίας όριζαν για τους αφορεσμένους ότι: «Εν τω ονόματι της αγίας τριάδας έχομεν και κυρίττομεν αυτούς αφορισμένους, κατηραμένους και ασυγχώρητους παρά πατρός, υιού και αγίου πνεύματος και έστωσαν μετά θάνατον άλυτοι και τυμπανιαίοι, αι πέτραι και ο σίδηρος λυθήσονται αυτοί δε ουδαμώς». Με το πέρασμα των αιώνων ο μικρός και ο μεγάλος αφορισμός (ακοινωνησία και ανάθεμα αντιστοίχως) εφαρμόστηκαν από την εκκλησία σε αιρετικούς, εχθρούς της πίστεως, εχθρούς και αντιπάλους των κατά τόπον μητροπολιτών και αρχιερέων.
Δεν ήταν λίγες οι φορές λοιπόν που ο αφορισμός χρησιμοποιήθηκε ως μέσω λογοκρισίας σε μια προσπάθεια της εκκλησίας να αποτρέψει τους πνευματικούς ανθρώπους της κάθε εποχής από το να σκέφτονται και να κρίνουν. Λογοτέχνες επιστήμονες και πολιτικοί έπεσαν θύματα της απολυταρχίας μιας εκκλησίας που δύσκολα θα μπορούσε να διατηρήσει τα προνόμια της και την κυριαρχία της πάνω σε αυτόβουλα όντα. Γνωστές είναι οι περιπτώσεις του αφορισμού των Ρήγα Φεραίου, Αλέξανδρου Υψηλάντη και Ελευθερίου Βενιζέλου, και μάλιστα σε εποχές που το έθνος είχε απόλυτη ανάγκη την ενότητα και την σύμπνοια πολιτικών και θρησκευτικών δυνάμεων. Στην νεοελληνική λογοτεχνία έχουμε το παράδειγμα τριών λογοτεχνών που κυνηγήθηκαν από την εκκλησία με όλους τους δυνατούς τρόπους και που σήμερα η αξία του έργου τους είναι αναμφισβήτητη.

Ανδρέας Λασκαράτος



Ο Ανδρέας Λασκαράτος υπήρξε σπουδαίος σατιρικός ποιητής και πεζογράφος. Εκ Κεφαλληνίας καταγόμενος, δεν έχασε ποτέ του το χαρακτηριστικό επτανησιακό μπρίο, που τον έβαλε μάλιστα σε μεγάλους μπελάδες όταν η πένα του στράφηκε κατά των εκκλησιαστικών αρχών. Ο Λασκαράτος ήταν διακριτό μέλος των επτανησιακών φιλολογικών κύκλων, με σπουδές στο Παρίσι και στην Πίζα και με πνεύμα αντιδραστικό –όπως όλοι οι Κεφαλλονίτες. Από τα πρώτα του κείμενα φάνηκε η διαφωνία του με τα τεκταινόμενα στην εκκλησία της Κεφαλονιάς. Ακόμα όμως κι αν οι τοπικοί ιεράρχες των ανέχονταν ως ένα βαθμό, μετά τη δημοσίευση των Μυστηρίων της Κεφαλονιάς το 1856, όπου ειρωνεύεται και καυτηριάζει την αμάθεια και την υποκρισία του κλήρου, η ανοχή εξαντλήθηκε. Ο μητροπολίτης Κεφαλληνίας Σπυρίδωνας Κοντομιχάλης προβαίνει σε αφορισμό του συγγραφέα με την υποστήριξη του φανατισμένου όχλου. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε τον λόγο της ενόχλησης των δεσποτάδων όταν η γραφή του Λασκαράτου ξεσκεπάζει τους βολεμένους κληρικούς και τους τσιγκλάει σαν αγκάθι στο πλευρό: «Μπορούνε να ειπωθούνε οπαδοί του Χριστού, επειδή πιστεύουνε πως η θεότητα είναι τρισυπόστατη, ενώ η πραγματική τους θεότητα είναι το νιτερέσο τους;» αναρωτιέται ο Λασκαράτος.
Ο αφορεσμός του επαναλαμβάνεται και την επόμενη χρονιά κι έτσι ο Λασκαράτος καταφεύγει στο Λονδίνο για να λήξει η ένταση. Τον επόμενο χρόνο επιστρέφει στο νησί αλλά οι περιπέτειές του δεν τελειώνουν εδώ αφού περνά 4 μήνες φυλακισμένος στο Σωφρονιστήριο της Κεφαλονιάς μετά από ερήμην καταδίκη του, εξαιτίας της κυκλοφορίας της καυστικής εφημερίδας Λύχνος. Το 1867 εκδίδει την Απόκριση εις τον Αφορεσμόν του Κλήρου της Κεφαλονιάς τω 1856 και μπαίνει σε νέους μπελάδες και νέα δικαστική διαμάχη, αυτή τη φορά όμως το σώμα των ενόρκων τον αθωώνει. Πολύ χαρακτηριστικό είναι το διήγημα του Όνειρο στο οποίο εμπαίζει ολόκληρο τον κλήρο και μαζί όλα τα ιερά και τα όσια. Στο διήγημα αυτό ονειρεύεται, λέει, πως πέθανε και πήγε, εξαιτίας του αφορισμού του, στην κόλαση όπου συνάντησε ένα σωρό Ιερείς, Αρχιερείς και Πατριάρχες να απολαμβάνουν περιποιήσεις ως φιλοξενούμενοι του Εωσφόρου στην κόλαση! Απευθυνόμενος μάλιστα σε γνωστό του Δεσπότη λέει τα εξής χαριτωμένα: «Μα βλέπω που αφορεσμένοι κι αφορεστάδες εις την ίδια τρύπα του Διαόλου καταντάμε!».
Στα 1899 ο ιερέας Γεράσιμος Δορίζας, φίλος και θαυμαστής του συγγραφέα, ζήτησε και πέτυχε, μέσα από περίπλοκες διαδικασίες και με το Λασκαράτο να αρνείται κατηγορηματικά να απολογηθεί, την άρση του αφορισμού. Ο Ανδρέας Λασκαράτος πέθανε ενάμιση χρόνο μετά στις 24 Ιουλίου του 1901 και κηδεύτηκε με όλες τις τιμές, ενώ η σπουδαιότητα του ως συγγραφέα έχει αναγνωριστεί στην Ελλάδα και την Ευρώπη.

Εμμανουήλ Ροΐδης


Το 1866 εκδίδεται στην Αθήνα ένα βιβλίο που έμελλε να ταράξει τα νερά των λογοτεχνικών κύκλων της εποχής και να φέρει φουρτούνα στους εκκλησιαστικούς. Η Πάπισσα Ιωάννα του Εμμανουήλ Ροΐδη, ένα βιβλίο το οποίο επιγράφεται ως Μεσαιωνική Μελέτη και βρίθει παραπομπών και υποσημειώσεων, είναι στην ουσία ένα σατυρικό μυθιστόρημα που, σύμφωνα με τον καθηγητή λογοτεχνίας κύριο Δημήτρη Δημηρούλη, υπονομεύει τόσο το λογοτεχνικό θεσμό όσο και τις κοινωνικές συμβάσεις. Το βιβλίο αυτό αναφέρεται στη νόθα κόρη μιας χηνοβοσκού που με ένα σωρό δολοπλοκίες φτάνει τελικά στο ύπατο αξίωμα της Καθολικής εκκλησίας. Γίνεται Πάπας –Πάπισσα δηλαδή, κρύβοντας το φύλο της, και πεθαίνει με τον πλέον σκανδαλιστικό τρόπο φέρνοντας στον κόσμο το παιδί του εραστή της μπροστά στα μάτια του χριστεπώνυμου πλήθους που περιμένει την ευλογία του Ποντίφικα.
Ο Ροΐδης δεν χάνει την ευκαιρία να ειρωνευτεί την ανηθικότητα και την υποκρισία του κλήρου, αυτού του βυθισμένου στην αμαρτία που άλλο δεν κάνει παρά να καλοπερνά και να στηλιτεύει τα δήθεν ανομήματα των καθημερινών ανθρώπων. Η εκκλησία αντιδρά μανιασμένα, ζητά την επέμβαση του εισαγγελέα, αποκηρύσσει το σατανικό βιβλίο και κηρύττει αφορεσμένους όσους τολμήσουν να το διαβάσουν. Υπάρχει μια ασάφεια σχετικά με το αν αφορίστηκε και ο ίδιος ο Ροΐδης για μικρό χρονικό διάστημα πριν ανακληθεί ο αφορισμός του, ή αν τελικά δεν αφορίστηκε καθόλου, το βέβαιο όμως είναι ότι πολεμήθηκε πολύ σκληρά από τους εκκλησιαστικούς άρχοντες.
Ο Ροΐδης αντιδρά στον πόλεμο που δέχεται, αφενός με μια άμεση επιστολή προς απάντηση της εγκυκλίου της Ιεράς Συνόδου Περί αποκηρύξεως Βλάσφημου και Κακοήθους Βιβλίου, και με τις Επιστολές Αγρινιώτου, τέσσερις επιστολές τις οποίες υπογράφει ως Διονύσιος Σουρλής και οι οποίες αποτελούν ένα καταπληκτικό δείγμα της γραφής του Ροΐδη, σαρκαστικές, δεικτικές, καυστικές και πανέξυπνες. Με το θαυμάσιο ύφος του, και με όπλο μια τεράστια βιβλιογραφία απ’ όπου αντλεί παραπομπές που υποστηρίζουν τις θέσεις του, ο Ροΐδης δεν αφήνει πέτρα πάνω στην πέτρα. Υπερασπίζεται την ελευθερία του λόγου, το δικαίωμα του στην αδέσμευτη έκφραση και πάνω απ’ όλα κατατροπώνει τους υποκριτές ιεράρχες με τον πλέον δηκτικό τρόπο. Κλείνοντας την Απάντηση του προς την εγκύκλιο της Ιεράς Συνόδου, και αφού έχει σχολιάσει τον θρησκευτικό μεσαίωνα που επιδιώκει να διατηρήσει η εκκλησία, γράφει: «ο καιρός ίσως δεν είναι μακράν ότε θα είπωσι και οι Έλληνες: Δεν θέλομεν πλέον να ήμεθα Βυζαντινοί αλλά Χριστιανοί! και τότε άγιοι μου Πατέρες, όταν η ηώς αυτή και εφ’ ημάς ανατείλη, αν επιμένετε ακόμη θεωρούντες ως καταχθόνιον δαίμονα τον συγγραφέα της Ιωάννας, θέλετε αναγκασθή τουλάχιστον αντί Σατανά ονομάσετε αυτόν Εωσφόρον».

Νίκος Καζαντζάκης


Ένας από τους σπουδαιότερους νεοέλληνες πεζογράφους που προκάλεσε τις εκκλησιαστικές αρχές, όχι γιατί ειρωνεύτηκε την κοσμικότητα της εκκλησίας, αλλά λόγου του ανήσυχου πνεύματος του, της υπαρξιακής αγωνίας και των φιλοσοφικών του αναζητήσεων. Ο Καζαντζάκης χαρακτήριζε ο ίδιος τον εαυτό του πολίτη του κόσμου και ως τέτοιος στοχαζόταν μακριά από τον συντηρητισμό και τη στενομυαλιά της ελληνικής κοινωνίας. Επιπλέον, εκτός του ότι είχε δεχθεί την επίδραση ανατολίτικων θρησκειών και κυρίως του Βουδισμού, ο Καζαντζάκης ήταν και μέλος της Τεκτονικής Στοάς των Αθηνών. Μια προσωπικότητα λοιπόν που αν μη τι άλλο ενοχλούσε την εκκλησιαστική ηγεσία της εποχής.
Το 1953 η εκκλησία ζητά το διωγμό του Νίκου Καζαντζάκη πριν ακόμα εκδοθεί ο Τελευταίος Πειρασμός, ο συγγραφέας απαντά στις απειλές για αφορισμό λέγοντας: «Μου δώσατε μια κατάρα, Άγιοι πατέρες, σας δίνω κι εγώ μια ευχή: Σας εύχομαι να ‘ναι η συνείδηση σας τόσο καθαρή, όσο είναι η δική μου και να ‘στε τόσο ηθικοί και θρήσκοι όσο είμαι εγώ». Ο Πάπας συμπεριλαμβάνει τον Τελευταίο Πειρασμό στο Index Librorum Prohibitorum. Ο Καζαντζάκης δεν δίνει την παραμικρή σημασία στις απειλές και τις διώξεις, συνεχίζει να γράφει και να προσφέρει μέχρι το θάνατο του το 1957 στη Γερμανία. Η κηδεία του έγινε στο Ηράκλειο χωρίς εκκλησιαστική τελετή. Πάνω στον τάφο του είχε ζητήσει να αναγραφεί η γνωστή βουδιστική φράση: «Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβάμαι τίποτα. Είμαι ελεύθερος».
Το ειρωνικό είναι ότι όπως αποκάλυψε η έρευνα της δημοσιογράφου Ελένης Κατσουλάκη χρόνια μετά, ο αφορισμός του Καζαντζάκη δεν ίσχυσε ποτέ στην πραγματικότητα, αφού δεν είχε υπογραφεί, όπως απαιτείται, από τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Τα έργα του Καζαντζάκη γνωρίζουν ακόμα και σήμερα τεράστια επιτυχία, όμως οι αντιδράσης τις εκκλησίας δεν έλειψαν με τον θάνατο του συγγραφέα. Το 1975 η ελληνική τηλεόραση ετοιμάζεται να προβάλει σε συνέχειες το έργο του Νίκου Καζαντζάκη Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται αντιδρά έντονα: «Η Ιερά Σύνοδος κατά την σημερινήν αυτήν συνεδρίαν, πληροφορηθείσα ότι υπάρχει πρόθεσις προβολής από της τηλεοράσεως του βλασφήμιου έργου του Ν. Καζαντζάκη Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται, περί του οποίου από πολλών ετών η Εκκλησία, απεφάνθη ότι είναι δυσσεβές και αντιχριστιανικόν, απεφάσισε να προβή εις αμέσους εντόνους ενεργείας παρά τοις αρμοδίοις προς αποτροπήν της τοιαύτης προβολής, η οποία θα σκανδαλίσει και θα βλάψει πνευματικώς το Χριστεπώνυμον πλήρωμα της εκκλησίας της Ελλάδος...». Επιπλέον, ο Τελευταίος Πειρασμός του Μάρτιν Σκορτσέζε αντιμετωπίζει από το 1988 τις κλειστές πόρτες των ελληνικών κινηματογραφικών αιθουσών, ενώ την χρονιά που μας πέρασε και ενώ επρόκειτο να προβληθεί από τον τηλεοπτικό σταθμό Star, η προβολή του ακυρώθηκε χάρη στην αντίδραση της αρχιεπισκοπής εκ μέρους σκανδαλιζόμενων χριστιανών. 



ΠΗΓΕΣ

http://arkoleon.blogspot.com/2011/01/blog-post_74.html 
ΑΡΚΟΛΕΟΝ

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Οι αφορισμοί είναι "τυπικούρες". Πάντα υπάρχουν κάποια συμφέροντα είτε απο την μία είτε απο την άλλη και καλά ή κακά.
Ουσιαστικά μόνος σου αποκόπτεσαι απο την εκκλησία δεν χρειάζεται αφορισμός. Το απέδειξαν και οι δια Χριστόν σαλοί αυτό.