Μια φορά κι ένα καιρό ήτανε ένας γέρος, που ήταν πολύ κακός άνθρωπος και πολύ ιδιότροπος. Ζούσε με την γριά του και είχε κονάκι μακριά από το χωριό. Δεν είχανε παιδιά ούτε και πάρε δώσε με τους γείτονές του, λόγω της μεγάλης κακίας του. Η γριά του όμως ήτανε πολύ καλή γυναίκα, αλλά δεν μπορούσε με τίποτα να τον κάνει άνθρωπο κι έτσι περνάγανε την ζωή τους κάθε μέρα γκρί- ντάφ (μαλώματα). Μια μέρα ο γέρος έσφαξε ένα αρνί κι έδωσε τ’ άντερα του, στην γριά του, να πάει να τ’ ξεπλύνει πέρα στην βρύση που ήτανε λίγο μακριά από το κονάκι τους. Η γριά έβαλε τ’ άντερα στο καλάθι και πήγε στην βρύση. Σε κάποια στιγμή άφησε τ’ άντερα στο πεζούλι της βρύσης και έσαξε πιο πέρα, να βρει μια ψιλή ξύλινη βέργα, για να τα γυρίσει[1]. Τότε ένας αητός από ψηλά είδε τ’ άντερα, χαμηλώνει και κάνει μια βουτιά και τ’ άρπαξε για να τα φάει. Γυρίζει η γριά με την βέργα και βλέπει να λείπουν τ’ άντερα και τηρώντας τρογύρω της είδε τον αητό να τα έχει βουρλιασμένα στα νύχια του και να στέκεται στην κορφή ενός δένδρου και να τα τρώγει.
Πω, πω, πω τι έπαθα η δόλια! σκέφθηκε η γριά! Και αμέσως τηρώντας ψηλά τον αητό του λέει:
-Δώσε μου αητέ μου τ’ άντερα, μη με σκοτώσει ο γέρος, μη με σκοτώσει ο γέρος!
-Δώσε μου κι εσύ ένα πουλί να φάω και εγώ σου δίνω τ’ άντερα.
Κινάει η γριά και πάει στην κλώσα και της ζητάει ένα πουλί λέγοντας:
-Δώσε μου κλώσα κι εμέ ένα πουλί κι εγώ πουλί τ’ αετού κι ο αετός εμένα τ’ άντερα, μη με σκοτώσει ο γέρος, μη με σκοτώσει ο γέρος.






