
Η φράση «Αντίο Γλαρέντζα» ακουγόταν στα χωριά μας και την προφέραμε για κάτι που χάσαμε.
Μας τη θύμισε σήμερα ο αγαπητός ξάδελφος Δημήτρης Παπαντώνης με αφορμή το δημοσίευμά μας εδώ, «Ναυμαχία ανοιχτά της Κυλλήνης (Γλαρέντζας) το 1825».
Μας ρώτησε για τη φράση «Αντίο Γλαρέντζα» και από πού βγαίνει.
Του απαντήσαμε ως μόνη πηγή που έχουμε είναι, το διήγημα του Νίκου Καραντινού που περιγράφει τον Μήτσο από την Ανδραβίδα και τον αστρίτη που δεν άφησε τον μικρό να ακολουθήσει με το καΐκι, τους τσαμπάσιδες, στην πολυπόθητη Γλαρέντζα.
Ίσως όμως να υπάρχει και δεύτερη εκδοχή - πηγή της φράσης και να προέρχεται από την εγκαταλειμμένη Γλαρέντζα[1] ή Clarentia ή Clarence που ήταν σημαντική οχυρωμένη πόλη και λιμάνι της Πελοποννήσου κατά την εποχή της Φραγκοκρατίας.
Κώστας Παπαντωνόπουλος Δεκέμβρης 2018

Καλοδεχούμενοι σ' όλο το νησί είχαν δέσει πολλές φιλίες και κουμπαριές. Είχαν τ' αραξοβόλι τους στην ταβέρνα μας κι έπιναν μπόλικη θηνιάτικη μαυροδάφνη κι επί τόπου είχαν ύπνο πάνω στις κάπες στις μακριές μαγκάδες. Ωρες ατέλειωτες όταν τύχαιναν χειμωνάδες κουβέντιαζαν για τ' άλογα που είχαν ακουστεί για πούλημα. Συχέριο μεγάλο το άλογο τότε για όλες τις δουλιές του κάμπου από τη σπορά, τις μεταφορές γι' αυτό και δύσκολα κι ο ξωμάχος αποφάσιζε να το πουλήσει και να στερηθεί τη βοήθεια του στον κάμπο.
Οι ανάγκες που είχε τότε, αλλά και τώρα, του ξωμάχου το σπιτικό, όσο κι αν σφίγγει τα δόντια του για να τις βαστήξει σφαλιστές κι άγνωστες στους τέσσαρες τοίχους, αυτές περπατάνε και μαθεύονται.
Ετσι κι οι Μοραΐτες, που χρόνια έκαναν στον τόπο αυτό το νταραβέρι τα 'ξεραν όλα και αυτό που γνώριζαν καλύτερα απ' όλους ήταν ποιος νοικοκύρης πνιγμένος στα χρέη μπορούσε να κουβεντιάσει και να πουλήσει το ζωντανό του.

Αντιστεκόταν, όπως μπορούσε, τα κουβέντιαζε και τ' άφηνε ανοιχτά με τον κρυφό τον πόθο μήπως και κρατούσε το ζωντανό του που τόσο ανάγκη το 'χε το σπίτι του. Αλλά οι ανάγκες του ξωμάχου είναι μαύρες και εύκολα δεν τους ξεφεύγεις.
Συχνά οι κουβέντες τραβούσαν μέρες, φαίνονταν πως τέλειωναν αλλά το χαλινάρι δεν το άφηνε από τα χέρια του ο ξωμάχος. Η κουβέντα έπαιρνε μάκρος ώσπου κάποτε ξαφνικά κάποιο Σάββατο θα του μετρούσαν 10-12 «χήνες» έτσι έλεγαν τα προπολεμικά χιλιάρικα και το σπιτικό του δεχόταν με κλάμα βουβό τον ξωμάχο δίχως το ζωντανό του.


Τ' άφηναν στα θαλάμια τους απείραχτα τα γεροντόφιδα και συχνά πάνω στο λόγο έκαναν αναφορά καθώς σπάνια τύχαινε του διαβάτη το μάτι να πέσει πάνω σε τέτοιο σερνάμενο θερίο να μπαίνει στην τρύπα του.
Αλλοιώτικος βέβαια ο λογαριασμός με τ' άλλα φίδια που μπορεί να μην ήταν μεγάλα και χοντρά, αλλά όσο μπόι τους έλειπε τόσο επικίντυνα και συχνά θανατερά ήταν για τους ξωμάχους, όταν τύχαινε να 'χουν, πάνω στη δουλιά του κάμπου κάποιος απρόσεχτο μαζί τους συναπάντημα. Η οχιά, γιατί τα περισσότερα ήταν οχιές, χτυπούσε και άρχιζαν στα παλιά τα χρόνια τα τρεξίματα στα νοσοκομεία κι όποιος προλάβει το κακό.

Αν σε φάει η οχιά
πέντε μέρες έχεις γεια.
Αν σε φάει το κονάκι
το τσαπί και το φτυαράκι.
Τρεχάτος είχα διαβεί το σταυροδρόμι, που το σκίαζε η μεγάλη βενετσιάνικη ελιά. Από τα αριστερά ο κάμπος της Λαγκάδας με τη σταφίδα πλούσια να μαυρολογάει στις φυτιές. Ούτε μήνας και τ' αλώνια θα μοσκοβολούσαν με τη «μαυρομάτα» απλωμένη. Από τη δεξιά μεριά της δημοσιάς τα περιβόλια του αφέντη που του τα δούλευαν σεμπρικά που νύχτα - μέρα ήταν πάνω στη γη σαν τα μερμήγκια. Μια ολόκληρη φαμελιά μέσα στον κάμπο. Εκεί είχε ανοίξει μια δεξαμενή ένα «λόμπο», που τα νερά του τα είχαν και πότιζαν τα περιβόλια.
Κοντοστάθηκα για λίγο, με το μάτι καρφωμένο πάνω στη σιδεροστιά, που έφερνε το αυλάκι στο λόμπο (δεξαμενή). Ηταν αυτό που αντίκρισα κάτι που με πέτρωσε... Και δεν είχα το κουράγιο να κάνω δυο βήματα μπρος.
Ένας πελώριος αστρίτης ανασηκωμένος κι έτοιμος να σαϊτέψει για να διαβεί το δρόμο και να πέσει μέσα στις σταφίδες με σταματούσε καθώς είχα κιόλας μπει στη Χώρα. Παράτησα τη δημοσιά, και τρεχάτος έπιασα το μονοπάτι για να βγω από τον πιο κοντινό δρόμο στ' ακροθαλάσσι και να προλάβαινα την «Μπακόκα», που είχε ανοίξει τα πανιά της, είχε φτάσει στο Λαρδικό και με τον καιρό στρωτό θα 'φτανε ξημερώματα στη Γλαρέντζα. Εμεινα για λίγο σύξυλος στο πόρτο, που κουβέντιαζε όλα τα νέα του ταξιδιού και φυσικά και το δικό μου χαμένο ταξίδι. Αλλος με λόγο γλυκό, καλοσυνάτο κι άλλοι με λόγια που είχαν πίκρα, λόγο περιπαιχτικό.
Αντίο Γλαρέντζα, έσπευσε να μου πει, χωρίς άλλη λέξη, ο πατέρας μου όταν μ' αντίκρισε να φτάνω με τα ρούχα στο πόρτο.
- Εσένα - πρόσθεσε - θα καρτερούσε το καΐκι να 'ρθεις νυχτιάτικα όποτε θέλεις; και όπως το συνήθιζε πέταξε τη διδαχή του.
- Μάθε το. Και να το θυμάσαι σ' όλη σου τη ζωή. Ο ταξιδιώτης πρέπει πάντα να 'ναι προσθαλασσού. Δε σε καρτερούνε. Εσύ πρέπει να περιμένεις...
Το ταξίδι για τη μυθική Γλαρέντζα, αυτό το πρώτο μου ταξίδι που το 'κοψε ο αστρίτης θα 'ρχόταν η ώρα του να γίνει. Ταξίδι αλλιώτικο βέβαια μα το ίδιο όμορφο. Μια μέρα της Κατοχής, στην αίθουσα, τη μικρή της Φιλοσοφικής, δίπλα στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου. Με τον καθηγητή Νίκο Βέη να μας ταξιδεύει στις μεσαιωνικές πόλεις, στα πόρτα, στα κάστρα.
Ηταν εκείνο το απόγιομα που θα άκουγα και που θα μάθαινα για τη Γλαρέντζα, για τη μυθική πολιτεία που η πρόσκληση του τσαμπάση από το Μοριά έμενε, ύστερα από τόσα χρόνια ακόμη, ανοιχτή τυλιγμένη στα μεσαιωνικά, μυθικά της πέπλα.
Ο καθηγητής, που συνήθειο του ήταν να κατεβαίνει από την έδρα και να διδάσκει περιπατητικά, πάντα καλοσυνάτος με τους φοιτητές πλησίασε μια όμορφη Ζακυνθηνοπούλα όνομα και θρέμμα του Τζάντε για να τη ρωτήσει, αν γνώριζε ποια ήταν η Γλαρέντζα. Η κοπελιά του Τζάντε έγινε σαν το μπουκασί, ολοκόκκινη, χωρίς ούτε αυτή, ούτε και άλλος να δώσει απάντηση στην ερώτηση του Νίκου Βέη.
Την απάντηση θα την έδινε πια ο καθηγητής. Ταξίδι με της φαντασίας τα φτερά σε κόσμους μεσαιωνικούς, σε κάστρα και πόρτα ονομαστά σε μοναστήρια με ονόματα, που τα μιλούσε ακόμη ο λαός αλλά εμείς, φοιτητές τότε, ξαφνιασμένα τα πρωτακούγαμε. Στο τιμόνι μαζί μας ταξιδευτής στη μεσαιωνική περιήγηση κι ο δάσκαλος. Τη μια στη Βοστίτσα (Αίγιο), στη Βιτρινίτσα (Ερατεινή), στην Τζίμοβα. Κάθε όνομα κι ένα ολόκληρο μάθημα.
Εκείνο τ' απόγιομα το μάθημα θα τέλειωνε με τη Γλαρέντζα, την Κυλλήνη. Η Ζακυνθηνοπούλα ξανάβρισκε της ομορφιάς της τα χρώματα. Και για μας τέλειωνε πλούσια το πρώτο εκείνο ταξίδι για τη μυθική Γλαρέντζα που το 'κοψε ο πελώριος αστρίτης, που βρέθηκε μπροστά στο δρόμο μας έτοιμος να σαϊτέψει στο λιοπύρι του κάμπου.
Πηγή: Του Νίκου ΚΑΡΑΝΤΗΝΟΥ
[1] Χτίστηκε από τους Βιλλεαρδουίνους του Πριγκιπάτου της Αχαΐας στη θέση της αρχαίας Κυλλήνης στην Ηλεία κατά τον 13ο αιώνα και χρησίμευσε ως επίνειο της Ανδραβίδας, της πρωτεύουσας του πριγκιπάτου. Η ιδιαίτερη σημασία της πόλης φαίνεται από το γεγονός ότι τα νομίσματα του πριγκιπάτου, τα τορνέζια, έφεραν την ένδειξη DE CLARENTIA και αργότερα DE CLARENCIA. Το λιμάνι και το κάστρο της Γλαρέντζας υποστηριζόταν και από το φρούριο Χλεμούτσι το οποίο βρίσκεται στην ευρύτερη περιοχή. H Γλαρέντζα απέχει περίπου 5-6 χλμ. από το Χλεμούτσι και 12-13 χλμ από την Ανδραβίδα. Η πόλη αναφέρεται στις πηγές της εποχής με διάφορα ονόματα, όπως Γραρέντζα, Κλαρένζα, Κλαρέντσα, Κλορένστια και Κιοφέντσα
[2] Η Ανδραβίδα είναι κωμόπολη της Ηλείας σε υψόμετρο 14 μέτρα και αποτελεί την έδρα της Δημοτικής Ενότητας Ανδραβίδας του καλλικρατικού δήμου Ανδραβίδας – Κυλλήνης. Βρίσκεται 36 χλμ. ΒΔ του Πύργου και 64 χλμ. ΝΔ της Πάτρας. Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας (1205 - 1460) υπήρξε πρωτεύουσα του πριγκιπάτου της Αχαΐας (Μορέως) και έδρα του επισκόπου Ωλένης. Υπήρξε η μεγαλύτερη και λαμπρότερη πόλη της Ηλείας καθώς ήταν η έδρα των Φράγκων πριγκήπων Βιλλεαρδουίνων. Από το ένδοξο παρελθόν της το μόνο που σώζεται σήμερα είναι το γοτθικό μέρος του χώρου του Ναού της Αγίας Σοφίας και δύο παρεκλήσια.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου