Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

Η ΜΟΙΡΑ ΤΗΣ ΘΟΔΩΡΑΣ


Εικονοστάσι σε κουφάλα πλατάνου
Άρθρο του Ηλία Τουτούνη συγγραφέα- λαογράφου
  Η Θοδώρα ή Πάναινα[1] Θ…..ούλου, κάπου είκοσι τριών χρονών, ψηλή λυγερόκορμη αντρογυναίκα με ούλα της. Ο άντρας της, ο Παναγιώτης Θ…..πλος, στρατιώτης σκοτώθηκε τον Μάη του 1897 στο Γρίμποβο και την είχε αφήσει χήρα και πάμπτωχη, «στην μαύρη και άραχνη της μοίρα», μ’ ένα παιδί στην κοιλιά, με καμιά δεκαριά βλαχο-προβατινούλες και καμιά εικοσαριά στρέμματα χωράφια στην Ξερόλακκα και πιο κάτου στα Βαρικά κανά δυο στρέμματα ποτιστικά και για κονάκι μια παλιοχαμοκέλα στη ρούγα των Θ….πλαίων. Με ευτούνα, τα λίγα που είχε, τήραγε να τα βγάλει πέρα, να τρανώσει το τσουπί της, που παιδοκόμησε μετά από κανά δυό μήνους, αλλά και να μην δώσει δικαίωμα, σε κανένα να την σταχτώσει. Την επόμενη χρονιά είχε φτιάξει ένα περιβολάκι και από κοντά είχε τις μαρτινούλες της, να μπορέσει να ζήσει.

  Ήτανε κάπου στα μέσα του Αυγούστου παραμονή της Παναγίας, είχε ροβολήσει κάτου στα Βαρικά, να περιποιηθεί το περιβόλι της και να μαζώξει κάνα περιβολικό για το κονάκι της. Το περιβόλι το πότιζε από μια μικρή βρυσούλα που έσκαγε στο ριζοβούνι και μ’ ένα μικρό αυλακάκι, μάζευε το νερό κάνα πεντάρι μέρες, σε μια τρανή στέρνα και μετά το απόλαγε και το πότιζε με τ’ αυλάκι. Εκείνη την ημέρα, παραμονή της Παναγίας το γιόμα, αφού έκαμε διάφορες δουλίτσες και σταλίσανε οι προβατίνες, πήγε κάτου από τον ίσκιο μιας συκιάς, ξεκρέμασε την νάκα με το παιδί από την συκιά το ’βαλε σιμά της και έγειρε και αποκοιμήθηκε. Μεριά από την κούραση, μεριά από τον βαρύ ίσκιο της συκιάς, έπεσε του θανατά. Σε κάποια στιγμή νόμισε, ότι στον ύπνο της αγροίκησε την καμπάνα του χωριού να βαράει συνεχόμενα και δυνατά, ανασκίρτησε λίγο, άνοιξε για μια στιγμή τα μάτια της, και της φάνηκε ότι ονειρευότανε και γύρισε πάλι πλευρό και κοιμήθηκε κρατώντας αγκαλιά στο ένα της χέρι το παιδί, που κι ευτούνο κοιμότανε του καλού καιρού. Όμως η καμπάνα συνέχισε να βαρεί χωρίς σταματημό. Παραξενεύτηκε και άνοιξε πάλι τα μάτια της και τι να ιδεί; Κάτου χαμπηλά από την ρεματιά να σκαλώνει καπνός και φωτιά, και κόντεύε να την περικυκλώσει. Αλαφιάστηκε σαν το θεριό και κρατώντας το παιδί στην αγκαλιά της, τήραγε τρογύρω της, σαν το αγρίμι που έχει πέσει στην φάκα. Το μωρό της πετάχθηκε και ευτούνο απότομα από τον ύπνο κι άρχισε να κλαίει δίχως σταματημό και ν’ αναστενάζει, εκείνη αφού ξανά τήραξε τρογύρω, της ήρθε να σαλέψει και να χάσει τα λογικά της. Η ζωή της κρινότανε σε λίγα λεπτά της ώρας. Η φωτιά, κοντοζύγωνε και σε λίγο δεν θα έβλεπε καν δίπλα της. Για μια στιγμή έκλεισε τα μάτια της και στα σιγανά ψέλλισε:
 -«Παναγιά μου βοήθα μας».
Στέρνα
Πριν ακόμη προκάμει ν’ ανοίξει τα μάτια της, (καθώς το μολόγαγε η ίδια), είδε μπροστά της ολοζώντανη την Παναγία με τον Χριστό αγκαλιά, μες την στέρνα και να της κάνει νόημα να ζυγώσει κοντά της. Τότε χωρίς άλλη σκέψη, έσγουψε κάτου βούτηξε το χράμι, που είχε στρώσει καταγής να κοιμηθεί, στο άλλο χέρι πήρε το παιδί και σαν την αγριόγατα απολύθηκε σάχνοντας προς τα κάτου, ροβόλαγε από εκεί που ερχότανε η φωτιά και έσαξε κατά απάνου της, σαν να ήθελε να καεί εκείνη με το παιδί της αγκαλιά. Πιλάλαγε σαν τ’ αγρίμι στις στρόκλες και στον σκαλί στον κατήφορο απήδαγε τα σκαλιά από το γιδόστρατο και τράβηξε προς την στέρνα. Μόλις που ζύγωσε κοντά, οι φλόγες που πεταγόσαντε μπροστά της, την αγλείψανε στα μούτρα, και τις τσουρουφλίσανε τα μαλλιά και το χράμι, αλλά αυτή δεν το έβαλε κάτου μπίτι, χωρίς να λογαριάσει τίποτις, έδωκε ένα τρανό απήδουλο και βούλιαξε στα δροσερά νερά της στέρνας. Αφού κατάφερε και ορθοπόδησε κράτησε το κεφάλι του παιδιού όξω από το νερό, αμέσως έβγαλε το βρεγμένο χράμι από το νερό στο σκέπασε το κεφάλι του παιδιού και το δικό της και κάθε τόσο το ξανάβρεχε και το έκανε σαν ομπρέλα για να μην τους βαρεί η φούγα στο κεφάλι. Η φλόγα δεν τους πείραξε αλλά ούτε η καπνιά, επειδής το βρεγμένο χράμι δεν άφηνε να περάσει η καπινιά και η καούρα της φωτιάς.
Περιοχή Αγνάντων Πηνείας μετά την φωτιά του Αυγούστου 2007
  Πέρασε κάμποση ώρα, κι όταν κατάλαβε ότι κόπασε για τα καλά η φωτιά και καπνίζανε μόνο τ’ αποκαΐδια, η Θοδώρα, βγήκε από την στέρνα και είχε διπλωμένο το παιδί της με το βρεγμένο χράμι και ανηφόρισε για το ξάγναντο στο ίσωμα που ήτανε σταροκαλαμιά. Μόλις ξαγνάντισε  πιο πάνου, είδε τον τόπο μια ατέλειωτη μουτζούρα και την φωτιά να έχει τραβήξει ψηλά και να κοντοζυγώνει στο χωριό και σκέφθηκε να πάει ιδεί τις προβατίνες της εκεί που σταλίζανε. Σιγά- σιγά ο τόπος άρχιζε ξεδιαλύνει από την καπνούρα, όμως δεν βρήκε τις μαρτίνες της, ούτε ζωντανές μα ούτε και καμένες. Αργά το βράδυ, μόλις κόπασε μπίτι για μπίτι η φωτιά και είχε περάσει και το χωριό, έβαλε βουλή ν’ ανεβεί επάνω για να ιδεί τι είχε απομείνει. Μόλις ζύγωσε στα πρώτα σπίτια του χωριού, είχε αρχίσει σιγά- σιγά να χαλουπώνει βλέπει την τρανύτερη την αδερφή της, την Φροσύνη με τον άνδρα της, τον Αντώνη, να έρχονται προς τα κάτω κλαίγοντας, νομίζοντας ότι η Θοδώρα είχε καεί ζωντανή με το παιδί της. Μόλις την είδανε ζωντανή, κάνανε και οι δυο τον σταυρό τους και εκείνη έπεσε στην αγκαλιά τους κλαίγοντας.
  Ούλο το χωριό, νόμιζε ότι η Θοδώρα κάηκε ζωντανή με το παιδί, αλλά μόλις την είδανε ,ούλοι τους χαρήκανε ανεξαιρέτως και την ρωτούσανε πως γλίτωσε μέσα στην χούνη της Ξερόλακκας έτσι λέγανε την τοποθεσία. Εκείνη τους μολόγησε το και το και τους λέει ότι με βοήθησε η Παναγία. Ταχιά την άλλη ημέρα, ανήμερα της Παναγίας, μπονόρα- μπονόρα, πήρε το μωρό της και πήγε στην εκκλησία προσευχήθηκε, μετάλαβε και άναψε μια λαμπάδα στην Μεγαλόχαρη. Στις 23 Αυγούστου, μια εβδομάδα αργότερα της Παναγίας, λάδωσε (βάφτισε) και το τσουπάκι και το βάλανε Παναγιώτα, για να τιμήσουνε τον σκοτωμένο άντρα της, αλλά και την Παναγία, που τους έσωσε μέσα από την φωτιά. Και εκεί κάτου στην άκρη της στέρνας που ήτανε ένας γέρικος πλάτανος, εκεί μέσα στην κουφάλα του έβαλε μια εικόνα της Παναγίας και με πέντε-έξι πλακουδερές πέτρες, έφτιαξε ένα εικονοστάσι για να της θυμίζει πως σώθηκε αυτή και το τσουπί της, αλλά και να προσεύχεται στην Παναγία όταν κατεβαίνει στο περιβολάκι της.
  Η Θοδώρα, με χίλια βάσανα και παρά την φτώχεια της, μεγάλωσε το τσουπί της και μόλις πάτησε τα είκοσι εκείνο κλείστηκε σ’ ένα μοναστήρι κι έγινε καλόγρια. Η Θοδώρα έμεινε μοναχή της για πολλά χρόνια και με αυτό το βάσανο που της έφυγε το τσουπί της μέσα από την αγκαλιά της, γέρασε και μια βαρυχειμωνιά κοιμότανε δίπλα στην φωτιά εκεί στο φτωχικό της πιάσανε φωτιά τα απλάδια που σκεπαζότανε και η δόλια κάηκε ζωντανή την νύχτα, προτού προλάβει κανένας να την σώσει.
  Και έτσι έκλεισε για πάντα το κονάκι τους αφού πρώτα σκοτώθηκε ο Πάνος χάθηκε η τσούπα της η Παναγιώτα που άλλαξε το όνομά της  (Θεόκλητη),  κάηκε  και χήρα η Θοδώρα και μετά σκοτωνόσαντε οι  κληρονόμοι (αδέλφια του Πάνου και της Θοδώρας και κάτι ανιψίδια), το ποιος θα κληρέψει εκείνα τα λίγα που είχε, και αλλά κανένας από δαύτους δεν την πρόσεξε. Η δε Παναγιώτα η καλόγρια, μετά από πολλά χρόνια ακούστηκε ότι κι εκείνη πέθανε από  γρίπη. 
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ:
Απήδουλος, ο = (τοπ. διάλεκτος)άλμα εις μήκος, ή ύψος.
Απόλαγε, = αμολούσε, ελευθέρωνε.
Κονάκι, το = (τουρκ.) το σπίτι.
Μαρτίνες, οι = μικρό κοπάδι από οικόσιτα ζώα αποτελούμενα από γίδια η πρόβατα.
Μπίτι, = (τοπ. διάλεκτος) καθόλου.
Περιβολικό, το = το οπωρικό.
Πλακουδερή, η = πέτρα σε σχήμα πλάκας.
Σταροκαλαμιά, η = το εναπομείναντα στέλεχος του φυτού σιτάρι μετά από τον θερισμό.
Σταχτώνω, = ρίχνω στάχτη κυρίως στα μάτια.
Στρόκλα, η = η στροφή στο μονοπάτι.
Τσουπί, το = το κορίτσι.
Φούγα, η = η φλόγα.
Χράμι, το = μάλλινο χοντρό ύφασμα για στρώση και για την κάλυψη σαμαριών κατά την ίππευση των ζώων με σαμάρι.

[1] Στην Πελοπόννησο και ιδίως στην Ηλεία την παντρεμένη γυναίκα συνήθως την φώναζαν με προσωνύμιο παρμένο από το όνομα του άνδρα της. Και τοιουτοτρόπως την γυναίκα του Γιώργη την φώναζαν Γιώργαινα, του Πάνου Πάναινα, του Βασίλη Βασίλαινα, του Χρήστου Χρήσταινα, του Πέτρου Πέτραινα, του Ηλία Λιού, του Γιάννη Γιαννιά ή Γιαννιού κ.ο.κ. Σε αντίστροφους όρους, μερικές γυναίκες που ήσαν δυναμικές και έκαναν το κουμάντο στο σπίτι, τότε τον άνδρα τον αποκαλούσαν με το όνομα της γυναίκας τους όπως ο Γιώργης της Διαμάντως, ο Νίκος της Χρυσούλας, ο Ανδρέας της Δημητρούλας, ο Θανάσης της Αλεξάνδρας κ.ο.κ.   

Πηγή: www.antroni.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: