Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

ΑΔΕΛΦΟΠΟΙΪΑ (ΑΔΕΛΦΟΠΟΙΤΟΙ - ΒΛΑΜΗΔΕΣ)



Άρθρο του Ηλία Τουτούνη, λαογράφου- συγγραφέα

  Αδελφοποιΐα, λέγεται η εφ’ όρου ζωής, αδελφική συνένωση μεταξύ δύο ή περισσοτέρων μη συγγενικών ατόμων, που επισυνάπτεται με κάποια ιδιόμορφη μαγική τελετουργία ή θρησκευτική λειτουργία. Εκείνοι που αεριοποιούταν ονομάζονταν αδερφοποιτοί, ή βλάμηδες[1], ή μπραζέρηδες, ή μπράτιμοι, ή σταυραδερφοί, ή σταυρογιοί, ή αδερφοί της Αγίας Ζώνης. Στην πράξη της αδελφοποιΐας, προχωρούσαν κυρίως άνθρωποι που πίστευαν ακράδαντα στην πραγματική και αιώνια φιλία. Αυτό το έθιμο της αδελφοποιΐας, σήμερα θα λέγαμε, ήταν ένα συμβόλαιο με το οποίο ήθελαν ν’ αποδεχθούν, να επισημοποιήσουν και να σφραγίσουν, την αιώνια πίστη, αγάπη, αλληλεγγύη και την αμέριστη φιλία τους.  Οι υποψήφιοι αδελφοποιτοί, κατ’ αρχήν, έπαιρναν τον «Μέγα Όρκο» ότι θα γίνουν σταυραδερφοί και ορκίζονταν στο εικόνισμα, ενώπιον τρίτων προσώπων, και μετά συνέχιζαν στην πράξη της ιεροτελεστίας. Κατά την διαδικασία της αδελφοποίησης, έπαιρναν ένα μαχαίρι, κυρίως μαυρομάνικο και να μην έχει χρησιμοποιηθεί ως φονικό όπλο σε άνθρωπο, και έκαστος χάραζε το αριστερό του χέρι στον καρπό και από το αίμα που ανάβλυζε, έκαστος έπινε λίγο αίμα από τον άλλον και στο τέλος, ένωναν σταυρωτά τα χέρια τους μεταξύ τους, ώσπου να σταματήσει η αιμορραγία. Ο τρόπος αυτός, εκτός του ότι ήταν πρωτόγονος και φρικιαστικός, ταυτόχρονα ήταν και πολύ επικίνδυνος για τη μετάδοση πολλών παθογόνων ιών και μικροβίων.
  Άλλος ένας παρόμοιος τρόπος ήταν ο εξής: Χρησιμοποιούσαν ακίδες[2] (βελόνες) μόνον και μόνον από το φυτό Αλόη (Αθάνατος), και συγκεκριμένα τρυπούσαν έκαστος τον δείκτη από το αριστερό του χέρι, στην άκρη (ρόγα) και ο ένας έβαζε το ματωμένο δάκτυλό του στο στόμα του άλλου και ρουφούσε το αίμα, όπως τα μωρά που βύζαιναν το γάλα. Αυτό κρατούσε για λίγα λεπτά της ώρας, ώσπου να μουλιάσει το δάκτυλο και να σταματήσει η αιμορραγία. Ταυτόχρονα έκαστος έπιανε με το δεξί του χέρι τον άλλον και έπλεκαν χιαστά τα δάκτυλα, όση ώρα χρειαζόταν, μέχρι να σταματήσει η αιμορραγία του άλλου χεριού. Μάλιστα, ανέφεραν ότι κρατούσε τόση ώρα, «ώστε μονιάσει το ένα αίμα με το άλλο». Κατά την στιγμή του τρυπήματος των δακτύλων προτού πιεί ο ένας το αίμα του άλλου έλεγαν: «Η ζωή μου, ζωή σου και ο θάνατός σου, θάνατός μου». Αυτό μάλιστα σήμερα από κάποια αναφορά που κατέγραψα ο αφηγητής μου είπε:
-«Γιατί τάχα σήμερα δεν γίνεται; Αφού πάς και δίνεις αίμα για να γλιτώσει ο δικό σου άνθρωπος;»
Μεταξύ των ηθικών δεσμεύσεων, υπήρχε και μια ακραία δέσμευση, σε περίπτωση που ο ένας από τους δύο έπεφτε θύμα εγκληματικής πράξης, ο αδελφοποιτός του, είχε την ιερή υποχρέωση και πάση θυσία έπρεπε να ανταποδώσει το κακό, δηλαδή να πάρει πίσω το αίμα του αδελφοποιτού του.
  Ενώ όταν γινόταν η αδελφοποιΐα με θρησκευτική λειτουργία, ο ιερέας που καλούταν να την πραγματοποιήσει, προσέφερε μια ζώνη από τα Ιεροσόλυμα (Αγία Ζώνη) και τους ευλογούσε. Ο παπάς κατά την διαδικασία αυτή, σκέπαζε με το πετραχήλι του και με την Αγία Ζώνη τα κεφάλια των υποψηφίων αδελφοποιτών και διάβαζε τις σχετικές ευχές. Εκείνοι που έμελλε να αδελφοποιηθούν, ορκίζονταν σε αιώνια πίστη, αγάπη, και αλληλεγγύη και να μην εγκαταλείπει ο ένας τον άλλον, ακόμη και όταν αντιμετωπίσουν τον θάνατο. Ακόμη υπάρχει μαρτυρία, όπου μετά από τον ξαφνικό θάνατο του ενός από τους δυο αδελφοποιτούς, ο άλλος πήγε το ίδιο βράδυ στο μνήμα του και αυτοκτόνησε (αφού μαχαιρώθηκε στην καρδιά), όπου τον ανακάλυψαν οι οικείοι του την άλλη ημέρα.  Από εκείνη την στιγμή που τελείωνε η τελετουργία ή η θρησκευτική λειτουργία, άρχιζε η μεγάλη αδελφοποίηση. Η αδελφοποίηση γινόταν, μόνο και μόνο, με πρόσωπα του ιδίου φύλλου. Πιο παλιά, απαγορευόταν αυστηρά να γίνεται αδελφοποίηση με πρόσωπα διαφορετικού φύλου, ενώ σιγά-σιγά συν το χρόνο, επεκτάθηκε και σ’ αυτόν τον τομέα. Όμως αυτό είχε επώδυνα και καταστροφικά αποτελέσματα, διότι πολλάκις κατέληγε σε ερωτικούς δεσμούς που διέλυσαν οικογένειες με τελική κατάληξη σε άγρια εγκλήματα μίσους και πάθους.   Στην κεντρική ορεινή Πελοπόννησο, την ώρα της αδελφοποίησης, έπρεπε να παρευρίσκεται μπροστά και ένα δεκαεπτάχρονο κορίτσι εκτός συγγένειας, το οποίο από εκείνη την στιγμή, οι αδελφοποιτοί το θεωρούσαν αδελφή τους και, αναλάμβαναν την πλήρη προστασία της και φρόντιζαν ακόμα και για την μελλοντική αποκατάστασή της, δηλαδή γάμος, προίκα και για την άριστη διαβίωση με τον σύζυγό[3] της. Αυτή τον ονόμαζαν αδερφοχτή. Κατά την επανάσταση του 1821 γίνονταν ομαδικές αδελφοποιήσεις και η τελετή γινόταν απλών με την ανάγνωση ευχών από τον ιερέα. Μεγάλη διάδοση είχε το πανάρχαιο έθιμο της αδερφοποιΐας που γινόταν μάλιστα με τις ευλογίες της εκκλησίας. Αργότερα η εκκλησία μερικά χρόνια μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους, για διαφόρους ευνόητους λόγους, αποφάσισε και καταδίκασε την αδελφοποιΐα. Στην σχετική εγκύκλιο 5706/1859 τονίζεται, ότι η πράξη αυτή έχει ολέθριους σκοπούς και ότι «επάγεται βλάβην εις τε κοινωνίαν και εις αυτούς τους δι’ αυτής της παρανόμου πράξεως συναπτομένους».  Για τους αρχαίους Έλληνες δεν υπάρχουν πληροφορίες για την ύπαρξη του εθίμου της αδελφοποιΐας. Όμως τις πασίγνωστες ισχυρές φιλίες των Αχιλλέα - Πατρόκλου και Δάμωνα – Φειδία, σήμερα δεν μπορούμε να τις υιοθετήσουμε ως πράξεις αδελφοποιΐας, εφόσον μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία για την ύπαρξη αυτού του εθίμου. Το έθιμο γίνεται κυρίως γνωστό μετά τις κατακτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου και αργότερα κατά την επικράτηση των Ρωμαίων[4]. Σχετικές πληροφορίες για το έθιμο έχουμε από τη ρωμαϊκή νομοθεσία, τη βυζαντινή ιστορία και τη συλλογή εκκλησιαστικών νόμων και κανόνων «νομοκάνονας». Απ’ αυτές τις πληροφορίες μαθαίνουμε πως ακόμα και υψηλά πολιτικά πρόσωπα γίνονταν αδελφοποιτοί. Όπως οι Ιουστινιανός με το μάγιστρο Στρατήγιο, ο Βασίλειος ο Μακεδόνας με το Μιχαήλ τον Γ΄ κ.ά. Από δημοτικά τραγούδια της Καππαδοκίας και τις παραλογές μαθαίνουμε πως αδελφοποίηση έχουμε μεταξύ Ελλήνων και Σαρακηνών, όπως ο ακρίτας Ανδρόνικος με το Σαρακηνό Συριόπουλο. Για το πώς γινόταν η αδελφοποίηση στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ακόμη σήμερα δεν έχουμε σαφείς πληροφορίες. Από διάφορες χρονογραφικές πληροφορίες συμπεραίνουμε πως το έθιμο γινόταν με τις ευλογίες της εκκλησίας. Αυτό επιβεβαιώνεται από σχετική ακολουθία που υπάρχει στο Ευχολόγιο.   Κατά τα χρόνια της τουρκοκρατίας το έθιμο αναζωπυρώθηκε και διαδόθηκε σ’ όλα τα μέρη όπου έδρασε η κυρίως η κλεφτουριά, όπως στην Ήπειρο, στη Μακεδονία, στη Θεσσαλία, στη Στερεά Ελλάδα, και στον Μοριά.[5]
Ο τρόπος αυτός αδελφοποίησης ασφαλώς είναι πολύ σκληρός και τον συνήθιζαν οι αρματολοί και οι κλέφτες γιατί πίστευαν πως η αδελφοποίηση μ’ αυτόν τον τρόπο είναι πολύ πιο ισχυρή και επί πλέον ήταν δείγμα ανδρείας. Το έθιμο είναι κυρίως ανδρικό. Όχι σπάνια είναι και μεταξύ γυναικών. Ούτε το θρήσκευμα είναι εμπόδιο στην αδελφοποίηση η οποία συνήθως γίνεται για όλη τη ζωή. Σπάνια γίνεται για ορισμένο χρονικό διάστημα κάτω, φυσικά, από ειδικές συνθήκες.
  Οι σχέσεις των βλάμηδων και των οικογενειών τους έφθαναν στο σημείο πρώτα οι ίδιοι ποτέ δεν χρησιμοποιούσαν τα βαπτιστικά τους ονόματα, γιατί πίστευαν πως αυτό θα γινόταν αιτία να διαλυθεί η σχέση τους, αλλά μόνο με το όνομα βλάμης. Υποχρέωσή τους ήταν επίσης να αποκαλεί ο μεν τους γονείς του άλλου με τα ονόματα σταυροπατέρας και σταυρομάνα, τους δε αδελφούς σταυραδερφούς και σταυραδερφές. Ακόμα η αγάπη και ο σεβασμός και η αλληλεγγύη μεταξύ τους, ήταν απαράβατος όρος.   Στο γάμο ο βλάμης ήταν μεταξύ των πρώτων των παρευρισκομένων. Σε χωριά της Ηπείρου ο βλάμης, πήγαινε στο σπίτι του γαμπρού με τη συνοδεία των οργάνων, που έστελνε ο γαμπρός. Αυτός φορούσε στη νύφη τα παπούτσια τα νυφιάτικα που ήταν όμως δώρο του γαμπρού. Σε όλη τη διάρκεια του γάμου, ο βλάμης μαζί με το νουνό ήταν κοντά στο γαμπρό. Για το βαθμό της εκτίμησης της αδελφοποιΐας μια παροιμία λέει: «Καλύτεροι οι αδερφοί της Εκκλησιάς παρά οι αδερφοί της κοιλιάς».
Σήμερα οι λέξεις αδελφοποιτός, βλάμης κλπ., σχεδόν έχουν σβήσει από το καθημερινό μας λεξιλόγιο και τις απαντούμε μόνο και μόνο στα λεξικά. Ο χρόνος κυλάει ασταμάτητα και τα πάντα αλλάζουνε, σβήνουνε ήθη κι έθιμα, ξεχνιούνται παραδόσεις, με τις οποίες η φυλή μας έζησε αιώνες τηρώντας τα πιστά με σχολαστική ευλάβεια.

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ:

Μουλιάζω, = βάζω κάτι σε υγρό συνήθως για να μαλακώσει.


[1] Η λέξη βλάμης αν και έχει αλβανική προέλευση «ρίζα» εξελληνισμένη απαντάται σ’ όλη την Ελλάδα και εκτός από την αρχική σημασία «αδελφοποιτός» σημαίνει και τον έχοντα υψηλό φρόνημα, τον ανδρείο, τον φιλότιμο αλλά και τον ευέξαπτο και καβγατζή. Βλάμηδες λέγονταν και τα αγράμματα μέλη της Φιλικής Εταιρείας τους οποίους όρκιζε ο παπάς κα δε γνώριζαν καν τον κύριο σκοπό της.
[2] Διάλεγαν από το φυτό Αθάνατος για τρεις λόγους: πρώτον το φυτό έχει ιαματικές ιδιότητες, δεύτερον διότι η φιλία έπρεπε να ήταν αθάνατη και τρίτον το τρύπημα, με την ακίδα αυτού του φυτού, ήταν επώδυνο και έπρεπε να μην λυγίσουν, αλλά ν’ αντέξουν στην πρώτη δοκιμασία, που εισέρχονταν οι αδελφοποιτοί.
[3] Έχω καταγράψει ένα επεισόδιο στην Βόρεια Ορεινή Ηλεία, όπου κοπέλα αδελφοποιτών δεν περνούσε καλή ζωή με τον άνδρα της. Μόλις το έμαθαν οι αδελφοποιτοί προστάτες της, μετέβησαν στο χωριό του και αφού τον ξυλοκόπησαν άγρια, του διεμήνυσαν ότι είναι προστατευόμενή τους. Εκείνος όμως, παρά την τιμωρία που του επέβαλαν, δεν πτοήθηκε και έπειτα από λίγο καιρό, ξανά κτύπησε την γυναίκα του άσχημα. Αυτή, βρήκε τον τρόπο και ειδοποίησε τους προστάτες της αδελφοποιτούς. Εκείνοι με την σειρά τους, πήγαν στο σπίτι της και αφού σκότωσαν τον άνδρα της πήραν την κοπέλα που είχε και ένα μικρό παιδί και την πάντρεψαν με άλλον άνδρα, σε άλλο μακρινό χωριό.
[4] Στην περίοδο της ρωμαιοκρατίας στην Ανατολή οι αδελφοποιτοί δεν άλλαζαν μόνο τα ονόματά τους αλλά αποκτούσαν κοινοκτημοσύνη περιουσίας, γυναικών και δικαιώματα κληρονομικά. Τα φαινόμενα αυτά υποχρέωσαν τους αυτοκράτορες Διοκλητιανό και Μαξιμιανό να απαγορέψουν με νόμο τέτοια φαινόμενα. Το φαινόμενο αυτό θα συνέχιζε και στη βυζαντινή περίοδο και η απαγόρευσή του θα ίσχυε γιατί στον Κώδικα του Ιουστινιανού κι άλλων αυτοκρατόρων υπάρχουν σχετικοί απαγορευτικοί νόμοι.
[5] Στην Πελοπόννησο αδελφοποίηση πραγματοποιούταν και μεταξύ τούρκων και Ελλήνων. Ο Αλή Φαρμάκης ήταν φίλος και αδελφοποιτός με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Η φιλία των είχε αρχίσει από τους παππούδες των, μετεβιβάσθηκε στους γονείς των και έγινε αδιάρρηκτος, μεταξύ των δύο κορυφαίων τότε, της Τουρκαρβανιτιάς και της Ελληνικής λεβεντιάς και κλεφτουριάς ανδρών, Αλή Φαρμάκη και Θεοδώρου Κολοκοτρώνη. Ο Κολοκοτρώνης έλεγε: «…Ο πάππος του Αλή Φαρμάκη και ο πάππος ο ιδικός μου Γιάννης Κολοκοτρώνης ήσαν φίλοι και αδελφοποιτοί. Εσκοτώθηκε ο παππούλης μου, απέθανε και ο παππούλης του Αλή Φαρμάκη και έμεινε η φιλία, η ίδια εις τον πατέρα μου και εις τον πατέρα του Αλή Φαρμάκη. Ως φίλοι πατρικοί ελάβομεν ημείς ανταπόκρισιν, δεν τον είχα ιδεί προσωπικώς». (Κολοκ. Διήγησης σ. 33).
Πηγή: www.antroni.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: