Κυριακή, 25 Μαρτίου 2012

Η ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 1821


H μεγάλη Ελληνική επανάσταση του 1821, ήταν ο ένοπλος απελευθερωτικός αγώνας των Ελλήνων που έδωσε τέλος, στην επί τετρακόσια χρόνια περίπου σκλαβιά, από την οθωμανική κυριαρχία. Ήταν η τελευταία επανάσταση, μετά από μια σειρά αρκετών εξεγέρσεων, που προηγήθηκαν και είχαν αρχίσει αμέσως μετά την κατάληψη του Βυζαντινού κράτους το 1453, από τους Οθωμανούς. Μερικές από αυτές ήταν μικρότερης και άλλες μεγαλύτερης σημασίας, όλες όμως, είχαν γενικά τοπικό ή περιφερειακό χαρακτήρα. Ενώ η μεγάλη επανάσταση του 1821, θεωρήθηκε εθνική υπόθεση και διοργανώθηκε προσεκτικά, καλλιεργήθηκε και επιμελήθηκε με πλήρη μυστικότητα, πολλά χρόνια πριν την έκρηξή της στην Ελλάδα. Η επανάσταση του 1821, οφείλει την προετοιμασία της ολοκληρωτικά στην Φιλική Εταιρεία, τα μέλη της οποίας δημιούργησαν ένα πυρήνα, οργανώθηκαν κατάλληλα και δημιούργησαν τοπικές επαναστατικές εστίες από την Μολδοβλαχία μέχρι την Κρήτη.

Η Φιλική Εταιρεία, ήταν μια παράνομη μυστική οργάνωση, που ιδρύθηκε το 1814, στην Οδησσό της Ρωσίας. Ιδρύθηκε από φλογερούς πατριώτες, και μυήθηκαν σε αυτήν πολλοί λόγιοι, φοιτητές, έμποροι, οικονομικά ισχυροί Έλληνες της διασποράς και ιδίως μετά την μεταφορά της «έδρας» της στην Κωνσταντινούπολη, συμμετείχαν πολλοί οικονομικά και πολιτικά ισχυροί, ιεράρχες, στρατιωτικά ισχυροί (κλέφτες και αρματολοί) αλλά και ο απλός λαός. Στις 12 Απριλίου 1820, ο Πρίγκιπας Αλέξανδρος Υψηλάντης ανέλαβε την αρχηγία της Εταιρείας, αμέσως επιδίωξε να προετοιμάσει μια διευρυμένη επανάσταση, που θα συντάρασσε τα Βαλκάνια και για το σκοπό αυτό η Φιλική Εταιρεία εκτός από την εθνεγερτική δράση της, έκανε ή προσπάθησε να συνάψει μυστικές συμφωνίες με Ρουμάνους, Σέρβους και Βουλγάρους πατριώτες. Εν τω μεταξύ, τα συντηρητικά στοιχεία της Φιλικής Εταιρείας και μεταξύ αυτών οι προεστοί (κοτζαμπάσηδες) του Μοριά, δεν ήθελαν στρατιωτικές επιχειρήσεις στον Ελληνικό χώρο και προωθούσαν την ιδέα να γίνει εκμετάλλευση της στρατιωτικής διένεξης μεταξύ Πύλης και Αλή πασά των Ιωαννίνων.
Το επικρατέστερο μέρος των Φιλικών υποστήριζε, ότι η επανάσταση έπρεπε να ξεκινήσει τις πρώτες πενήντα ημέρες του 1821 και όταν ο Αλέξανδρος Υψηλάντης θα έφτανε στη Μάνη, θ’ αναλάμβανε την αρχηγία της. Για την προετοιμασία της επανάστασης στον Μοριά αποστάλθηκε ήδη από το τέλος του 1820, ο αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δικαίος ή Παπαφλέσσας, εξουσιοδοτημένος από την Φιλική Εταιρεία να προετοιμάσει γενικά την έναρξη της επανάστασης.
Στις 6 Ιανουαρίου 1821, ο Κολοκοτρώνης με τον Νικηταρά, προερχόμενοι από την Ζάκυνθο, αποβιβάστηκαν στην Καρδαμύλη (Σκαρδαμούλα) της Μάνης και φιλοξενήθηκαν στον Πύργο του Μούρτζινου. Εκεί δεν υπήρχαν Τούρκοι και οι προεπαναστατικές προετοιμασίες συνεχιζόταν απρόσκοπτα.
Μερικά σημαντικά γεγονότα συνέβαλαν θετικά στην έναρξη και την διεξαγωγή της Επανάστασης. Στις 9 Νοεμβρίου 1820 ο Μεχμέτ Χουρσίτ πασάς ανέλαβε τα καθήκοντα του ως νέος διοικητής του Μοριά (Μόρα Βαλεσή). Αποστολή του ήταν να παρατηρήσει την πολιτική κατάσταση στον Μοριά. Οι φήμες για εξέγερση είχαν θορυβήσει την Πύλη σε μεγάλο βαθμό και επικρατούσε πνεύμα ανησυχίας, στο Διβάνι και ιδιαίτερα στον ίδιο τον Σουλτάνο.
Κατά τις είκοσι του Οκτώβρη 1820 οι κοτζαμπάσηδες του Μοριά βρίσκονταν στο πόδι για να υποδεχθούνε τον νέο Βαλή (Μόρα-Βαλεσή) τον Μεχμέτ Χουρσίτ πασά, που είχε μόλις προ ολίγου καιρού καταστείλει την επανάσταση των Σέρβων. Συνάχθηκαν όλοι στην Τρίπολη και μαζί με τον Ιμπραήμ πασά και με πλήθος αγάδων, προσκυνητών και στρατού ξεκίνησαν και πορεύονται στο Ναύπλιο όπου θα υποδέχονταν τον νέο Μόρα Βαλεσή, εκεί τον υποδέχθηκαν, με δώρα και υποσχέσεις και μαζί του κίνησαν για την Τρίπολη.
Στις 8 Νοέμβρη, ο Χουρσίτ πασάς έφθασε στην Τρίπολη. Η θερμή υποδοχή που επεφύλαξαν οι κοτζαμπάσηδες και τα πανάκριβα δώρα που του χάρισαν, τον θάμπωσαν πολύ και τον ευχαρίστησαν. Εκεί οι προεστοί του Μοριά τον διαβεβαίωσαν, ότι δεν συντρέχει λόγος για επικείμενη επανάσταση και ότι όλα ήσαν διαδόσεις του Αλή πασά και πως όλος ο κλήρος και οι προεστοί του Μοριά, είναι με το μέρος του. Έτσι εξαπατήθηκε ο πανούργος αλλά αφελής Χουρσίτ Πασάς, ο οποίος ανέφερε στον Σουλτάνο ότι τίποτε το κακό δεν αντιλήφθηκε και δεν συντρέχει κανένας κίνδυνος και ότι ως πηγή του κινδύνου θεωρούσε την ανταρσία του Αλή πασά.
Όμως για να είναι σίγουρος για την ασφάλεια των Τούρκων έστειλε αντιπροσωπείες και επιθεώρησαν όλα τα φρούρια του Μοριά. Στη συνέχεια τα εφοδίασε με τ’ ανάλογα εφόδια. Ο Χουρσίτ έστειλε καθησυχαστικές πληροφορίες στην Κωνσταντινούπολη για την κατάσταση που επικρατούσε στον τόπο και στράφηκε στην προετοιμασία της εκστρατείας του στα Γιάννενα κατά του Αλή πασά.
Ενώ όμως οι Τούρκοι αρκέστηκαν σ’ αυτό και ησύχαζαν, την κατάσταση χειροτέρεψε η προδοσία του κοτζαμπάση της Τριπολιτσάς, Σωτήρη Κουγιά.[1] Μα ευτυχώς οι Τούρκοι παρά την σοβαρή καταγγελία με την συνηθισμένη αδράνειά τους, δεν έλαβαν και πολύ σοβαρά μέτρα.
Στις 6 Ιανουαρίου, (ημέρα επιστροφής του Θ. Κολοκοτρώνη) ο Χουρσίτ, διατάχθηκε να μεταβεί στην Ήπειρο, ώστε ν’ αναλάβει τις πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον του Αλή πασά των Ιωαννίνων. Αντικαταστάτης του ορίσθηκε ο Μεχμέτ Σαλήχ ο οποίος δεν διέθετε, ούτε τις ικανότητες του προκατόχου του, ούτε τον απαραίτητο στρατό για να καταπνίξει μια ενδεχόμενη εξέγερση.
Νέες ανησυχίες κυρίευσαν τους Τούρκους, μαθαίνοντας την άφιξη του Κολοκοτρώνη στον Μοριά, καθώς και την απροθυμία του Πετρόμπεη να τον συλλάβει. Επίσης προδόθηκε η λειτουργία των μπαρουτόμυλων, των αδελφών Σπηλιωτοπουλαίων στην Δημητσάνα και η συνεχόμενη παραγωγή πυρίτιδας πέρα από το επιτρεπόμενο όριο.
Έγινε γνωστό, ότι στην Βοστίτσα (Αίγιο) συγκεντρώθηκαν αρκετοί αρχιερείς και προύχοντες, από αρκετές επαρχίες του Μοριά, συνοδευόμενοι από πλήθος σωματοφυλάκων. Οι τουρκικές αρχές όταν αντιλαμβάνονταν πολιτική αναταραχή, συνήθιζαν να εξασφαλίζονται συλλαμβάνοντας ομήρους. Στην προκειμένη περίπτωση επειδή φοβήθηκαν ανυπακοή των Ελλήνων, αρκέσθηκαν σε πρόσκληση στην Τριπολιτσά όλης της «Κεφαλής του Μοριά»,[2] δηλαδή όλων των αρχιερέων και προκρίτων. Σκοπός ήταν να μην επιτραπεί η έξοδος από την Τριπολιτσά σε κανέναν από τους προσκεκλημένους, έτσι ώστε σε περίπτωση εξέγερσης να μείνει ακέφαλος όλος ο Μοριάς. Και με αυτόν τον τρόπο κάθε απόπειρα εξέγερσης θα ματαιωνόταν.
Στα μέσα Φεβρουαρίου οι πρόκριτοι και οι αρχιερείς έλαβαν έγγραφη διαταγή να προσέλθουν στην Τριπολιτσά για να συζητήσουν με τον καϊμακάμη (υποδιοικητή) σπουδαία ζητήματα του Μοριά. Όλοι τότε αναστατώθηκαν, ήταν φανερό ότι η πρόσκληση δεν ήταν πρόσκληση ρουτίνας, αλλά ότι καλούντο να κρατηθούν όμηροι, μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα. Αν έδειχναν ανυπακοή, θα φανέρωναν στον καϊμακάμη τους σκοπούς των. Τότε αποφάσισαν να πάνε διασκεδάζοντας τις υποψίες και τις εντυπώσεις των Τούρκων. Εν τω μεταξύ πλησίαζε το Πάσχα και είχαν την ελπίδα ότι οι Τούρκοι μετά από ολιγοήμερη παραμονή στην Τριπολιτσά, θα τους άφηναν να επιστρέψουν στον τόπο τους για τις επικείμενες γιορτές.
Στο δεκαήμερο μεταξύ 14-25 Μαρτίου, δόθηκε το έναυσμα της επανάστασης σε διαφορετικά σημεία στο Μοριά. Στις 14 Μαρτίου 1821 ο ηγούμενος Γερμανός, καταφθάνει στη Ζάχολη, από το Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία του Κούτου, όπου μετά από πανηγυρική δοξολογία στον ναό του Αγίου Γεωργίου, υψώνει την Σημαία της Επαναστάσεως με τα σύμβολα της Φιλικής Εταιρείας και μαζί με τους Ζαχολίτες οπλαρχηγούς Παναγιωτάκη Γεραρή και Χρήστο Ζαχολίτη. εκδιώκουν από την Ζάχολη τις τούρκικες οικογένειες. Στις 20 Μαρτίου ο Σολιώτης με τους Πετμεζαίους χτύπησαν τους Οθωμανούς στους τρεις πύργους των Καλαβρύτων, όπου κλείστηκαν οι ντόπιοι μουσουλμάνοι και ξεκίνησαν την πολιορκία τους πιάνοντας τον πασά των Καλαβρύτων Αρναούτογλου. Στις 21 Μαρτίου, ξεσηκώθηκε η Πάτρα από τους Φιλικούς Παναγιώτη Καρατζά, Βαγγέλη Λειβαδά και Ν. Γερακάρη και οι Οθωμανοί αναγκάστηκαν να κλειστούν στο φρούριό της.
Στη Μάνη 2.000 Μανιάτες και Μεσσήνιοι, εξοπλίστηκαν με πολεμοφόδια, που είχαν σταλεί από τους Φιλικούς και είχαν φτάσει εκεί με καράβια. Στις 23 Μαρτίου τα ελληνικά στρατεύματα εισήλθαν θριαμβευτικά στην Καλαμάτα και αυτή ήταν η πρώτη πολεμική επιτυχία της επανάστασης. Στις 24 Μαρτίου στα περίχωρα της Καλαμάτας με εξυψωμένο πλέον το ηθικό, συνάχθηκαν γύρω στους 5.000 Έλληνες για να πάρουν την ευλογία της Εκκλησίας. Στο συμβούλιο των οπλαρχηγών στη Μεσσηνία ο Θ. Κολοκοτρώνης, πρότεινε σαν βασικό στόχο το πάρσιμο της Τρίπολης, που ήταν το στρατιωτικό και διοικητικό κέντρο του Μοριά και μετά από τη διαφωνία του Μαυρομιχάλη, που είχε οριστεί αρχιστράτηγος, άρχισε πορεία στρατολόγησης στην Αρκαδία. Ανάλογες πορείες έκαναν άλλοι οπλαρχηγοί σε διάφορες περιοχές. Στις 29 Μαρτίου ο Κολοκοτρώνης είχε μαζέψει 6.000 άνδρες και προσπάθησε να πολιορκήσει την Καρύταινα, όμως στην πρώτη έξοδο των Τούρκων, το στράτευμα διαλύθηκε. Δεν απογοητεύτηκε και μεθοδικά εγκατέστησε φρουρές σε επίκαιρα σημεία γύρω από την Τρίπολη (Λεβίδι, Πιάνα, Χρυσοβίτσι, Βέρβαινα, Βαλτέτσι, Τρίκορφα), για να μπορούν να ελεγχθούν οι δρόμοι που οδηγούσαν προς τα εκεί.
Στην Καλαμάτα μετά την απελευθέρωση, αμέσως συστάθηκε η Μεσσηνιακή Γερουσία και ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης τοποθετήθηκε επικεφαλής της. Πρώτη πράξη της νέας εξουσίας ήταν ν’ αποστείλει έγγραφα προς τα χριστιανικά έθνη ζητώντας τη άμεση βοήθειά τους και αυτά τα έγγραφα ήταν και η πρώτη πράξη διεθνούς δικαίου της ελληνικής επανάστασης. Ταυτόχρονα στην Πάτρα ιδρύθηκε το Αχαϊκό Διευθυντήριο, από τους προεστούς Ανδρέα Λόντο και Σωτήρη Χαραλάμπη, τον Παπαδιαμαντόπουλο και το δεσπότη Παλαιών Πατρών Γερμανό.
Στην Ρούμελη η έναρξη της επανάστασης, κηρύχθηκε επίσημα στις 27 Μαρτίου, στη μονή Οσίου Λουκά κοντά στη Λιβαδειά, με παρόντες τους οπλαρχηγούς Αθανάσιο Διάκο και Βασίλη Μπούσγο και προκρίτους της περιοχής. Η Ελληνική επανάσταση είχε μεγάλη επιτυχία, αφού σύντομα πέρασαν στον έλεγχο των επαναστατών, στον Μοριά η Ζάχολη (14 Μαρτίου), η Καλαμάτα (23 Μαρτίου), το Αίγιο (23 Μαρτίου), τα Καλάβρυτα (26 Μαρτίου), το Άργος, η Καρύταινα, η Μεθώνη, το Νιόκαστρο, το Φανάρι, η Γαστούνη, το Ναύπλιο στην Ρούμελη τα Σάλωνα (Πανουργιάς, 27 Μαρτίου), το Γαλαξίδι (Γκούρας, 28 Μαρτίου), το Λιδωρίκι (Σκαλτσάς, 28 Μαρτίου), το Μαλανδρίνο (Σκαλτσάς, 30 Μαρτίου), η Λιβαδειά (Διάκος, 31 Μαρτίου), η Θήβα (Μπούσγος, 3 Απριλίου), και η Αταλάντη.
Οι Τούρκοι, άτακτα περιορίστηκαν στα κάστρα όπου είχαν αρχίσει πολιορκίες. Τα σπουδαιότερα απ’ αυτά τα κάστρα ήταν: το κάστρο του Μοριά (Ρίο) με το αντίστοιχο κάστρο της Ρούμελης (Αντίρριο), της Πάτρας, του Ακροκορίνθου πάνω από την Κόρινθο, τα δύο κάστρα του Ναυπλίου (το Παλαμήδι και το Μπούρτζι), της Μονεμβασιάς, της Μεθώνης, της Κορώνης, το Νεόκαστρο και το Παλαιόκαστρο του Ναυαρίνου (Πύλος) και το κάστρο της Τριπολιτσάς (Τρίπολη). Στο κάστρο του Άργους που ήταν παραμελημένο δεν κλείστηκαν Οθωμανοί. Όλα τα κάστρα ήταν κτισμένα παράλια σε δύσβατα σημεία και είχαν το πλεονέκτημα της δυνατότητας τροφοδοσίας από θάλασσα (οθωμανικός στόλος), πλην του κάστρου της Τρίπολης που ήταν κτισμένο γύρω από την πόλη. Μέχρι το τέλος Μαρτίου οι μουσουλμάνοι είχαν απωθηθεί ή εγκαταλείψει τα πεδινά του Μοριά, μ’ εξαίρεση ένα τμήμα της Ηλείας το Λάλα, το οποίο έμενε υπό τον έλεγχο των ντόπιων Λαλαίων τουρκαλβανών, μέχρι τον Ιούνιο του 1821. Οι Τούρκοι είχαν περιοριστεί στα κάστρα, μερικά από αυτά αν άντεχαν στην πολιορκία, θεωρούνταν ικανά για ανάκτηση ολόκληρου του Μοριά. Όμως οι περισσότεροι τούρκοι του Μοριά, για περισσότερη ασφάλεια είχαν συγκεντρωθεί στην Τρίπολη.
Τα κάστρα πολιορκούσαν ομάδες ατάκτων υπό την διοίκηση ντόπιων καπεταναίων, προεστών ή ιεραρχών, που είχαν ξεσηκωθεί και ο αριθμός των πολιορκητών δεν ήταν σταθερός, αλλά αυξομειώνονταν ανάλογα με τις περιστάσεις. Η πιο οργανωμένη πολιορκία ήταν της πρωτεύουσας του Μοριά της Τρίπολης (Θ. Κολοκοτρώνης, Νικηταράς) η οποία δεν ήταν ασφυκτική αλλά επιτελική, σύμφωνα με σχέδιο του Κολοκοτρώνη κατέλαβαν και οχύρωσαν όλα των καίρια υψώματα γύρω από την πόλη, όπου έλεγχαν τις προσβάσεις προς αυτή. Το οθωμανικό ιππικό όμως είχε το πάνω χέρι στο οροπέδιο της πόλης, και σε τακτά διαστήματα πραγματοποιούσε εξόδους, βοηθώντας τον ανεφοδιασμό της πόλης με τα απαραίτητα.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η είδηση για εξέγερση στα πριγκιπάτα από τον Υψηλάντη, δεν έγινε ευνοϊκά δεκτή από τις ισχυρές δυνάμεις της εποχής, και μετά από μια σειρά διπλωματικών διεργασιών (Αγγλία, Αυστρία) και πιέσεων ο τσάρος της Ρωσίας Αλέξανδρος αποκηρύσσει τελικά την εξέγερση και ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε' της Κωνσταντινούπολης αφορίζει τον Υψηλάντη και καλεί τον πληθυσμό να μείνει υπάκουος στο καθεστώς. Τα γεγονότα αυτά επηρεάζουν σημαντικά το κίνημα στις ηγεμονίες και από το σημείο αυτό και μετά από λανθασμένες επιλογές από το ελληνικό και ρουμανικό στρατόπεδο φέρνουν την τελική αποτυχία της εξέγερσης στα πριγκιπάτα.
Οι ειδήσεις για εξέγερση και στο Μοριά έφτασαν στο τέλος Μαρτίου και στην Υψηλή Πύλη. Η πρώτη αντίδραση ήταν η προσπάθεια περιορισμού της εξέγερσης στο Μοριά, που εκδηλώθηκε με τρομοκρατικές σφαγές διακεκριμένων προσώπων και προεστών στην Πόλη, αλλά και σε άλλες πόλεις της αυτοκρατορίας που το ελληνικό στοιχείο ήταν σημαντικό, όπως τις Κυδωνίες (Αϊβαλί), Ρόδο, Κύπρο. Δεν είναι δυνατό να εκτιμηθεί η έκταση και ο αριθμός των θυμάτων των σφαγών σε αυτές τις περιοχές. Ανήμερα το Πάσχα (10 Απριλίου 1821), μετά τη θεία λειτουργία, καθαιρέθηκε και απαγχονίστηκε στην κεντρική πύλη του πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε', σε μια καθαρά πολιτική κίνηση της Πύλης, αφού δεν είχε δοθεί καμιά αφορμή για αυτή την ενέργεια. Το άψυχο σώμα του, αφού έμεινε κρεμασμένο για τρεις μέρες, περιφέρθηκε στην πόλη από τον όχλο, μεταφέρθηκε με ακάτιο και ρίχτηκε στην μέση του Κεράτιου κόλπου.
Η πρώτη στρατιωτική αντίδραση από τους Οθωμανούς στις ειδήσεις για εξέγερση των Ελλήνων ήρθε από τον Γιουσούφ πασά Σέρεζλη (από τις Σέρρες). Βρισκόταν με στρατό στο Βραχώρι (Αγρίνιο) καθ' οδό προς την Εύβοια όταν έμαθε για την πολιορκία της Πάτρας. Διεκπεραιώθηκε μέσω Ρίου στην Πελοπόννησο στις 3 Απριλίου, έκαψε την Πάτρα, αιφνιδίασε και διάλυσε τους πολιορκητές του φρουρίου της και εγκαταστάθηκε εκεί. Το φρούριο της Πάτρας και τα γειτονικά φρούρια του Μοριά (Ρίο) και της Ρούμελης (Αντίρριο) θα παραμείνουν στους Τούρκους καθ’ όλη τη διάρκεια της επανάστασης, παραχωρώντας διαχρονικά στα τουρκικά στρατεύματα, μια σημαντική δίοδο πρόσβασης προς το εσωτερικό του Μοριά.
Στις 30 Μαρτίου ξεσηκώθηκε και η νήσος Ύδρα με πρωτεργάτη τον πλοίαρχο Αντώνη Οικονόμου. Οι πλοιοκτήτες του νησιού ήταν διστακτικοί και ο Οικονόμου ίδρυσε στις 31 Μαρτίου τη Διοίκηση, σε αντιδιαστολή με την υπάρχουσα Καγκελαρία. Στις 3 Απριλίου ξεσηκώθηκαν από ντόπιους φιλικούς οι Σπέτσες και ακολούθησαν σταδιακά ο Πόρος, η Σαλαμίνα και η Αίγινα και στις 10 Απριλίου τα Ψαρά. Την ίδια μέρα ο αρματολός Γιάννης Δυοβουνιώτης μπήκε στην Μπουδουνίτσα (Μενδενίτσα) της Ρούμελης. Στην Αττική στις 15 Απριλίου, ο Φιλικός Μελέτης Βασιλείου και άλλοι ντόπιοι πρωτοκαπετάνιοι, αφού στρατολόγησαν χωρικούς, εισέβαλαν αιφνιδιαστικά στην Αθήνα, περιορίζοντας τους ντόπιους μουσουλμάνους στο κάστρο της Ακρόπολης. Στις 18 Απριλίου οι Ρουμελιώτες αρματολοί Διάκος, Δυοβουνιώτης και Πανουργιάς μπήκαν στην Υπάτη και την ίδια μέρα ξεσηκώθηκε η Σάμος με τον Φιλικό Λυκούργο Λογοθέτη.
Ο Μεχμέτ Χουρσίτ πασάς του Μοριά, που βρισκόταν εκείνη την εποχή στα Γιάννενα, διευθύνοντας τις επιχειρήσεις εναντίον του Αλή πασά, προγραμμάτισε την προσβολή της εξέγερσης στην Πελοπόννησο με τακτικό στρατό, πεζικό και ιππικό, από δύο πλευρές. Από τη μια απευθείας διεκπεραίωση στρατευμάτων. μέσω Ρίου-Αντιρρίου και από την άλλη κάθοδο διαμέσου της ανατολικής Στερεάς με καταστολή της εξέγερσης που είχε ήδη αρχίσει εκεί. Και τοιουτοτρόπως, οργάνωσε και απέστειλε δυο εκστρατευτικά σώματα προς το θέατρο των Ελληνικών πολεμικών επιχειρήσεων στο Μοριά. Το πρώτο σκέλος των στρατευμάτων υπό τη διοίκηση του Μουσταφάμπεη, πέρασε στον Μοριά, πολύ νωρίς 6 Απριλίου και επιδόθηκε σε συστηματικές καταστροφές πόλεων που ήδη είχαν περιέλθει στους εξεγερμένους. Το δεύτερο σκέλος των στρατευμάτων υπό την διοίκηση του Ομέρ Βρυώνη και Κιοσέ Μεχμέτ, βρισκόταν στη Φθιώτιδα στις 19 Απριλίου με εντολή τη διενέργεια τακτικών εκκαθαριστικών επιχειρήσεων από βορά προς νότο.
Τα ελληνικά στρατιωτικά τμήματα που μια μέρα πριν είχαν καταλάβει την Υπάτη, αποφάσισαν να την εγκαταλείψουν και να αντιμετωπίσουν την οθωμανική στρατιά στην Φθιώτιδα σε τρία σημεία: Ο Πανουργιάς στη Χαλκωμάτα, ο Δυοβουνιώτης στο Γοργοπόταμο και ο Διάκος στην Αλαμάνα. Στις 24 Απριλίου, ο Ομέρ Βρυώνης επιτέθηκε και στα τρία σημεία ταυτόχρονα. Ο Πανουργιάς και ο Δυοβουνιώτης αναγκάστηκαν σε άτακτη υποχώρηση, όμως το τμήμα του Αθανασίου Διάκου αντιστάθηκε ηρωικά στο γιοφύρι της Αλαμάνας, όπου στο τέλος συνελήφθη και σφαγιάστηκε επιτόπου.             Λίγες μέρες αργότερα τα ελληνικά στρατιωτικά σώματα, ηττήθηκαν στο Ελευθεροχώρι της Λαμίας. Στις 8 Μαΐου ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, κατάφερε σοβαρό πλήγμα στον Ομέρ Βρυώνη, στο χάνι της Γραβιάς. Με 120 μαχητές αντιμετώπισε με μεγάλη επιτυχία τις οθωμανικές επιθέσεις προξενώντας τους σημαντικές απώλειες και τη νύχτα αποσύρθηκε προς τα βουνά, με ελάχιστες δικές του απώλειες. Λίγες μέρες αργότερα οθωμανικό στρατιωτικό σώμα απέτυχε να καταλάβει τα Βλαχοχώρια της Γκιώνας, που υπερασπίζονταν ο Γιάννης Γκούρας. Οι τελευταίες αυτές επιτυχίες των ελληνικών στρατευμάτων, αναπτέρωσαν το ηθικό των επαναστατημένων και προβλημάτισαν τους Τούρκους, οι οποίοι αποσύρθηκαν προσωρινά στην Μενδενίτσα.
Στις 6 Απριλίου είχε περάσει μέσω Ρίου στην Πελοπόννησο ο Μουσταφά μπεης, κεχαγιάμπεης του Χουρσίτ πασά, με εντολή την καταστολή της εξέγερσης. Έκαψε τη Βοστίτσα (Αίγιο), διάλυσε την πολιορκία του Ακροκόρινθου, προχώρησε και έκαψε το Άργος, διάλυσε την πολιορκία του Ναυπλίου και στις 6 Μαΐου εισήλθε πανηγυρικά στην Τρίπολη. Η κάθοδος του Μουσταφάμπεη στον Μοριά πάγωσε τους επαναστατημένους και επέφερε τον διχασμό. Εν τω μεταξύ στις 12 Μαΐου επιχειρήθηκε μια πρώτη απόπειρα διάσπασης της πολιορκίας της Τρίπολης και επιτέθηκε με ισχυρές δυνάμεις εναντίον των πολιορκητών, που είχαν στρατοπεδεύσει στο Βαλτέτσι. Τη θέση αυτή υπερασπίσθηκαν με σθένος τα συγκεντρωμένα στρατιωτικά σώματα των Μαυρομιχαλαίων (Κυριακούλης, Ηλίας και Γιάννης), του Θ. Κολοκοτρώνη, των Πλαπουταίων και άλλων καπεταναίων. Την επόμενη ο Μουσταφά μπεης άρχισε υποχώρηση που η ελληνική αντεπίθεση μετέτρεψε σε άτακτη φυγή με σημαντικές απώλειες. Επιζητώντας με κάθε τρόπο την διάνοιξη δρόμου προς τη Μεσσηνία ο Μουσταφά μπεης επιτέθηκε στις 18 Μαΐου στα Δολιανά και στα Βέρβαινα, όπου κι εκεί ηττήθηκε από τις ελληνικές δυνάμεις και επέστρεψε άπρακτος στην Τρίπολη. Οι νίκες αυτές, που οφείλουν πολλά στην επιμονή, την μεθοδικότητα αλλά και τις στρατηγικές ικανότητες του Θ. Κολοκοτρώνη (αρχιστράτηγος από τις αρχές Μαΐου), επέτρεψαν την στενότερη πολιορκία των φρουρίων, στα οποία άρχισαν να σημειώνονται ελλείψεις των αναγκαίων αφού ο ελληνικός στόλος με τη δραστηριότητές του, είχε ήδη περιορίσει την τροφοδοσία τους από την θάλασσα.
Στις πρώτες του εξόδους και περιπολίες τον Απρίλιο, ο ελληνικός στόλος κυρίεψε αρκετά πλοία και μαζεύτηκαν μεγάλες ποσότητες από λάφυρα (όπλα, πυρομαχικά). Η θέα του ελληνικού στόλου με την επαναστατική σημαία, βοηθούσε να ξεσηκωθούν νησιά ή παραθαλάσσιες περιοχές, που δεν είχαν μέχρι τότε ξεσηκωθεί και τα πληρώματα των ελληνικών πλοίων δεν δίσταζαν να βγουν οπλισμένα στη στεριά και να συμμετέχουν ενεργά σε επιχειρήσεις. Σημαντική ήταν η συμβολή του στόλου και στον από θαλάσσης αποκλεισμό και κανονιοβολισμό των φρουρίων που πολιορκούνταν (Ναύπλιο, Μονεμβασία).
Την ίδια μέρα που διεξαγόταν η μάχη στη Γραβιά (8 Μαΐου) επαναστάτησε και την Ιστιαία στην Εύβοια. Από εκεί η επανάσταση διαδόθηκε ταχύτατα στην Λίμνη και στην Κύμη της Εύβοιας, που ανήκε στο ισχυρό πασαλίκι του Ευρίπου με πρωτεύουσα τη Χαλκίδα και είχε σημαντικές οθωμανικές στρατιωτικές δυνάμεις. Τέλη Μαΐου οι επαναστάτες προσπάθησαν δύο φορές να πολιορκήσουν την Χαλκίδα, χωρίς όμως επιτυχία και στη συνέχεια απωθήθηκαν από το οθωμανικό ιππικό, που τους προκάλεσε τεράστιες απώλειες.
Μετά από την αποτυχία των επίμονων προσπαθειών, συντονισμού ταυτόχρονης έκρηξης της επανάστασης στον Όλυμπο και την Χαλκιδική, ο Εμμανουήλ Παπάς, κήρυξε στις 17 Μαΐου την επανάσταση στη Μακεδονία και στον Πολύγυρο. Η τουρκική εξουσία απάντησε άμεσα με αθρόες συλλήψεις ομήρων και καταλήψεις πόλεων. Ιδιαίτερα δεινοπάθησε η πόλη της Θεσσαλονίκης, όπου εξοντώθηκαν χιλιάδες Έλληνες ενώ οι περιουσίες τους δημεύτηκαν ή καταστράφηκαν. Οι οπλαρχηγοί του Ολύμπου και του Βερμίου, ήταν κάπως διστακτικοί και ανέμεναν ενισχύσεις από την νότια Ελλάδα. Μόνο ο Διαμαντής Νικολάου προσφέρθηκε να εξεγερθεί άμεσα και με το στρατιωτικό του πέρασε τον Ιούνιο στην Χαλκιδική.
Στην Κρήτη στις 21 Μαΐου, αρκετοί προεστοί από όλες τις επαρχίες και ντόπιοι οπλαρχηγοί συγκεντρώθηκαν στο Λουτρό των Σφακιών, εκεί ίδρυσαν Καγκελαρία και κήρυξαν την επανάσταση σ’ ολόκληρο το νησί. Στην Κρήτη εκείνη την εποχή υπήρχε ισχυρή και εμπειροπόλεμη τουρκική δύναμη και η επανάσταση καταπνίγηκε γρήγορα με κατάληψη στων Σφακιών.
Στις 20 Μαΐου επαναστάτησε το Μεσολόγγι, υπό την αρχηγία του αρματολού του Ζυγού, Δημήτρη Μακρή και την επόμενη ο Μακρής ξεσήκωσε και το Αιτωλικό. Στις 25 Μαΐου ο Γιώργος Βαρνακιώτης, κήρυξε την επανάσταση στο Ξηρόμερο και στις 4 Ιουνίου επαναστάτησε και το Καρπενήσι με τους Γιολντάσηδες. Η καθυστέρηση στην κήρυξη της επανάστασης στη Δυτική Ελλάδα, οφείλεται στην ύπαρξη ισχυρών οθωμανικών δυνάμεων στα Γιάννενα, λόγω της στρατιωτικής αναμέτρησης της Πύλης με τον Αλή Πασά, αλλά και στην μεγάλη απροθυμία των ισχυρών αρματολών Γιώργου Βαρνακιώτη, και Ανδρέας Ίσκου της περιοχής να εμπλακούν, ίσως λόγω φόβων για την απώλεια των προνομίων τους.
Τον Μάιο πλοία του ελληνικού στόλου υπό τη διοίκηση του Γιακουμάκη Τομπάζη προσέγγισαν στη Χίο, σε μια προσπάθεια να πείσουν τους Χιώτες να προσχωρήσουν στην επανάσταση. Δεν υπήρξε ανταπόκριση ούτε από τους επώνυμους αλλά ούτε από τους χωρικούς και ο στόλος απέπλευσε. Οι Οθωμανοί συνέλαβαν ομήρους μεταξύ των επιφανών Ελλήνων και ένα σώμα ατάκτων πέρασε από τα τουρκικά παράλια στο νησί με σκοπό την διατήρηση της τάξης. Ο οθωμανικός στόλος, στην πρώτη του έξοδο από τα Δαρδανέλια, συνάντησε μπροστά του τα ελληνικά πολεμικά. Στις 27 Μαΐου ο Τομπάζης κυνήγησε τον οθωμανικό στόλο και κατάφερε να αποκλειστεί το μεγαλύτερο πλοίο (πλοίο της γραμμής με 76 πυροβόλα) στον κόλπο της Ερεσσού, το οποίο ανατινάχτηκε τελικά από τον Παπανικολή με πυρπολικό φτιαγμένο στα Ψαρά, με τεράστιες απώλειες των Οθωμανών.
Το Μάιο με πρωτοβουλία της Μεσσηνιακής γερουσίας συγκλήθηκε πανπελοποννησιακή συνέλευση στην Μονή των Καλτεζών, υπό την προεδρία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Συμμετείχαν ισχυροί προύχοντες ή αντιπρόσωποί τους, ιεράρχες και λίγοι στρατιωτικοί και Φιλικοί. Προσκλήσεις στάλθηκαν και στα τρία ναυτικά νησιά τα οποία όμως δεν συμμετείχαν. Με ανακοίνωσή της στις 26 Μαΐου, συστάθηκε η Πελοποννησιακή Γερουσία, στην οποία περιήλθαν όλες οι εξουσίες και η ευθύνη της διεύθυνσης των επαναστατικών υποθέσεων για ολόκληρο τον Μοριά. Μέλη της Γερουσίας αυτής ήταν αντιπρόσωποι απ’ όλα τα μεγάλα προυχοντικά τζάκια του Μοριά, όπως ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης και γραμματέας ο Ρήγας Παλαμήδης. Επρόκειτο για μια εσπευσμένη αλλά συντονισμένη ενέργεια των ισχυρών του Μοριά να αντιπαρατεθούν στην εξουσία του Δημήτριου Υψηλάντη, που αναμενόταν να φτάσει στον επαναστατημένο Μοριά. Μέχρι την άφιξή του η Γερουσία αυτή έκανε εκλογές επαρχιακών και κοινοτικών αντιπροσώπων και προκήρυξε γενική επιστράτευση.
Τον Ιανουάριο του 1822 η Πρώτη Εθνική Σύνοδος, στην Επίδαυρο ανακήρυξε την ανεξαρτητοποίηση της Ελλάδας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η ανακήρυξη αυτή επισφραγίστηκε μετά τις αξιοσημείωτες νίκες των μαχόμενων Ελλήνων, σε στεριά και θάλασσα.
Η 25η Μαρτίου καθιερώθηκε ημέρα εθνικής εορτής, όπως ορίστηκε με βασιλικό διάταγμα του Όθωνα στις 15 Μαρτίου του 1838, ως επέτειος της έναρξης της Ελληνικής Επανάστασης. Είναι γνωστό από πολλές πηγές, ότι η ημέρα αυτή είχε οριστεί από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη το 1820 ως ημέρα έναρξης της επανάστασης. Είχε μάλιστα επιλεγεί ακριβώς επειδή είναι η ημέρα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Παρ’ όλο για διάφορους λόγους η επανάσταση άρχισε νωρίτερα στον Μοριά, σ’ άλλα μέρη της Ελλάδας άρχισε ακριβώς την προκαθορισμένη ημερομηνία. Για το τί διαδραματίσθηκε αυτές τις ημέρες, υπάρχουν πολλές διαφορετικές απόψεις. Όμως σύμφωνα με ορισμένες πηγές αλλά και την παράδοση, στις 25 Μαρτίου του 1821, ο δεσπότης Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλόγησε το λάβαρο, σύμβολο της Επανάστασης (δεν υπήρχε ακόμα σημαία) και ταυτόχρονα κήρυξε την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας. Ο ίδιος ο Γερμανός για τα γεγονότα αυτής της ημέρας δεν κάνει καμιά αναφορά στ’ απομνημονεύματά του. Παρ' όλα αυτά, το γεγονός ότι ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, άφησε ανολοκλήρωτα τ ’απομνημονεύματά του, δεν μας αφήνει να εξαγάγουμε ασφαλή συμπεράσματα, περί της κήρυξης της επανάστασης. Μια Γαλλική εφημερίδα που εκδόθηκε στις 15 Ιουνίου 1821 (3 Ιουνίου σύμφωνα με το παλαιό ημερολόγιο), αναφέρει ότι χοροστατούντος του Παλαιών Πατρών Γερμανού, έγινε μια θρησκευτική τελετή και κήρυξη της Επανάστασης στη Μονή Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων χωρίς να προσδιορίζει ακριβή ημερομηνία.
Γράφει: «Ο Αρχιεπίσκοπος Πατρών, στο διάγγελμά τους προς τους Έλληνες στο μοναστήρι του όρους Βελιά, αφού διάβασε στους υπόδουλους Έλληνες πολλά αποσπάσματα από τους Προφήτες, ανακοίνωσε ότι, με το σταυρό μπροστά και με τα όπλα στα χέρια οι χριστιανοί προχωρούν για την Θεία αποστολή τους. Για το λόγο αυτό τους απάλλαξε από τη νηστεία της Σαρακοστής.»
Απ’ άλλα στοιχεία προκύπτει, ότι την 26 Μαρτίου ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, υπέγραψε την διεθνή διακήρυξη της Επανάστασης, την οποία επέδωσε στους ξένους διπλωμάτες που βρίσκονταν εκείνη την εποχή στην Πάτρα. Οι περισσότεροι ιστορικοί, όπως αναφέρει ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ήταν της άποψης όπως αναφέρεται στα απομνημονεύματα του Παλαιών Πατρών Γερμανού, ότι: "Οι δε συγκεντρωθέντες αποφάσισαν να μην δώσουν αιτίαν τινά, αλλά ως φοβισμένοι να παραμερίσωσι εις ασφαλή μέρη». Αρκετοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι ο πυρήνας της όλης ιστορίας, διασώζει κάποια ιστορική αλήθεια, βασιζόμενοι σε προσωπικά αρχεία αγωνιστών και ιεραρχών του 1821, που ισχυρίζονται ότι ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, τέλεσε δοξολογία στις 17 Μαρτίου στην Αγία Λαύρα, όπου ύψωσε το λάβαρο της Επανάστασης και όρκισε ορισμένους κοτζαμπάσηδες και επισκόπους του Μοριά, που βρίσκονταν εκεί για τον εορτασμό του Αγίου Αλεξίου. Το μόνο σίγουρο είναι ότι, οι συγκεντρωμένοι αποχωρώντας από την Αγία Λαύρα, έλαβαν γνώση περί της επικείμενης έναρξης της επανάστασης.
Η επανάσταση, παρά τις συνεχείς και εντατικές προσπάθειες καταστολής της, από τη πλευρά του Σουλτάνου, και παρά τις μεγάλες αντιξοότητες, κατάφερε να επικρατήσει, να σταθεί γερά και οι πολεμικές επιχειρήσεις έληξαν, όταν ο Σουλτάνος υποχρεωμένος από την Ρωσία, αποδέχθηκε την αυτονομία της Ελλάδας με την Συνθήκη της Αδριανούπολης το 1829.

[1] Ο Σωτήρης Κουγιάς, ήταν πεθερός του Θεοδώρου Δεληγιάννη. Όταν ο Παναγιώτης Ζαριφόπουλος προσπάθησε να μυήσει στην Φιλική Εταιρεία τον πρόκριτο της Τριπολιτσάς Κουγιά, εκείνος πήγε κατευθείαν στον Νετζήπ αφέντη και του ανάφερε ότι οι ραγιάδες ετοιμάζονται να σηκώσουν επανάσταση.
[2] Στις παραμονές της εθνικής μας επανάστασης οι Οθωμανικές Αρχές είχαν αντιληφθεί ότι κάτι προετοίμαζαν οι Έλληνες και ιδίως οι Μοραΐτες. Έτσι ο Καϊμακάμης Σελήχ Μπέης συνέταξε μια λίστα με ονόματα προκρίτων, Δεσποτάδων, ή ακόμη και συγγενικών προσώπων των προκρίτων, τους οποίους τους καλούσε για διαβουλεύσεις στην Τριπολιτσά.
Τα ονόματα των προεστών που προσκλήθηκαν ήταν: 
1. Αναστάσιος Μαυρομιχάλης (γιος του Πετρόμπεη)
2. Θεοδωρος Δεληγιάννης (αδερφός του Κανέλου)
3. Σωτήριος Νοταράς
4. Ιωάννης Βιλαέτης
5.Ιωάννης Περούκας
6. Αναγνώστης Κωστόπουλος
7. Μελέτης Μελετόπουλος
8. Α. Καραπατάς
9. Αναγνώστης Κοπανίτσας
10. Ιωάννης Τομαράς
11. Ιωάννης Καραμάνος
12. Αναγνώστης Κωνσταντόπουλος
13. Ανδρέας Καλαμογδάρτης
14. Μ. Καβάς
15. Ευθύμιος Φωτόπουλος
Επίσης προσκλητήριες επιστολές στάλθηκαν σε έξη δεσπότες:
1. Ο Ανδρούσης Ιωσήφ
2. Ο Χριστιανουπόλεως Γερμανός
3. Ο Μονεμβασιάς Χρύσανθος.
4. Ο Ωλένης Φιλάρετος
 5. Ο Δημητσάνης Φιλόθεος
6. Ο Ναυπλίου Γρηγόριος
Είναι δε χαρακτηριστικό πως όλοι οι παραπάνω ήταν μυημένοι στην Φιλική Εταιρεία
Οι Τούρκοι αρχικά, όπως ήταν φυσικό, τους καλοδέχτηκαν ανακουφισμένοι. Με την έκρηξη της επαναστάσεως τους υπέβαλλαν σε φριχτά βασανιστήρια χωρίς όμως να τους εξοντώσουν, αφού ήθελαν να τους χρησιμοποιήσουν ως πιθανά ανταλλάγματα.
Πηγή: www.antroni.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: