
Το περασμένο καλοκαιράκι του 19 έμαθα από τον Χρύσανθο Παπαδόπουλο (του παπά), ότι την μεγάλη καμπάνα της εκκλησίας την είχε κάνει δωρεά ο Κώστας Παπαντώνης 1907 (του Γκαβαντώνη 1848) αδελφός της Βλάχας και συγγενής μου που είχε κάνει μεγάλη προκοπή στο Πέραμα.
Τότε, η εκκλησία μας είχε ένα πολύ όμορφο καμπαναριό που βρισκόταν πάνω από τον γυναικωνίτη, στην γωνία που σχηματίζουν ο δυτικός με τον νότιο τοίχο της εκκλησίας και αποτελούσε προέκταση της οροφής.
Ήταν χτισμένο με την ίδια πέτρα όπως και ο υπόλοιπος Ναός και έφερε μία μόνο καμπάνα που χαιρόσουν να την ακούς όπως λέει και το τραγούδι: «Γιώργη βαράν τα σήμαντρα, σημαίνουν οι καμπάνες…». Την βαρούσαμε με το χέρι και σου αγαλλίαζε η ψυχή. Λέγανε μάλιστα οι παλιοί ότι το μέταλλο της καμπάνας όταν την χτυπούσαν με το χέρι είχε και θεραπευτικές ιδιότητες, σε γιάτρευε.
Οι επίτροποι και ο παπάς που χειρίζονταν τα οικονομικά της εκκλησίας τότε, είχαν αντίθετη άποψη! Αποφάσισαν και χάλασαν αυτό το αριστούργημα, έφτιαξαν νέο με μπετόν και δεν έφτανε μόνον αυτό αλλά σοφάτισαν και την εκκλησία.

Κάπως έτσι έγινε η εκκλησία «σήμα κατατεθέν» του χωριού αλλά μας έμειναν «κληρονομιά», ο πρόναος και το καμπαναριό που «μουτζουρώνουν» την όλη εικόνα του κτηρίου.
Όταν ανέγειραν το νέο καμπαναριό, το «φορτώσανε» καμπάνες, έβαλαν και τα ηλεκτροσφυριά και «όποιον πάρει ο χάρος». Υπήρχε από παλιά ένας ανούσιος ανταγωνισμός μεταξύ των άλλων χωριών και κυρίως με την Γιάρμενα ποια καμπάνα βαράει δυνατότερα και από πιο μεγάφωνα ακούγονται μακρύτερα τα «νιαουρίσματα». Πας στο χωριό σου να ηρεμήσεις και σου γίνονται τα νεύρα τσατάλια. Ερήμωσε η γειτονιά με τούτα και με τ’ άλλα και «μην τον είδατε τον Παναή» εάν βρεθεί αγοραστής για τι σπίτι.

Όπως είπαμε και παραπάνω, πριν βάλουν τα έμβολα με τα σφυριά στην καμπάνα την χτυπούσαμε με το χέρι ή κρεμούσαμε ένα σχοινί στα πλατάνια και την χτυπούσαμε και από κάτω. Θα γνωρίζουν οι πιο τρανοί ότι, ο Τσώνος χτυπούσε την καμπάνα το πρωί (για να μαζευτούν τα παιδιά στο σχολείο) από το μπαλκόνι του σπιτιού μου.
Θυμάμαι, είχε πεθάνει κάποιος και εμείς τα μεγαλύτερα παιδιά χτυπούσαμε την καμπάνα. Ο Γιάννης του Μπουγιούμη ήταν τότε τσορομπίλη. Τήραγε το καμπαναριό και λιγουρευόταν να βαρέσει και αυτός την καμπάνα. Ήθελε να παίξει, γάρις υπήρχαν τότενες παιχνίδια!
Παρακάλαγε ο δόλιος να την κτυπήσει λιγουλάκι αλλά 'μεις τα πιο τρανά τ’ αμποδάγαμε, νομίζοντας ότι κάτι κάνουμε! Επιτρέπαμε μόνον στους μικρούς που είχανε συγγένεια με τον νεκρό. Ήταν κάτι που λειτουργούσε σαν (άγραφος) νόμος.

-Παππούλη – παππούλη, του φωνάζει ο Γιάννης!
-Τι θες ρε; Απαντάει (με αυταρχικό ύφος) ο Κουφόγιαννης.
-Πότε θα πεθάνεις να βαρέσω την «ταμπάνα»;
-Πήγαινε στο διάολο από δω που θα με πεθάνεις για να βαρέσεις την καμπάνα.
Τον "έστρωσε από κοντά" και όπου φύγει- φύγει ο Γιάννης, χτύπησαν οι φτέρνες στα καπούλια.

Ο Γιάννης Κότσαλης (1960) του Λεωνίδη (Μπουγιούμης1931) ήταν γειτονόπουλο και ζήσαμε μαζί τα παιδικά χρόνια. Αργότερα ορφάνεψε, πέθανε νωρίς ο πατέρας του ο Λεωνίδης και παρ’ όλες τις μεγάλες δυσκολίες που αντιμετώπισε με τα άλλα έξι αδέλφια του, βγήκε στο ξέφωτο και ακολούθησε τον δρόμο του.

Μεγάλωσε, προόδευσε και τώρα ως συνταξιούχος σεργιανάει σαν μεγιστάνας και καλά κάνει. Έχει αρκετό χιούμορ και η παρέα μαζί του είναι ευχάριστη. Έχω κι άλλες ιστορίες να διηγηθώ στο μέλλον με τον Γιάννη.


Κώστας Παπαντωνόπουλος Φλεβάρης 2020

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου