Παρασκευή, 8 Απριλίου 2016

Ο ΣΜΑΗΛΗΣ

Γράφει ο Ηλίας Τουτούνης συγγραφέας- λαογράφος.
Κατά τα τέλη του Οκτώβρη του 1820 στην Γιάρμενα σημερινή Φολόη, διαδραματίσθηκε ένα σοβαρό επεισόδιο μεταξύ Γιαρμεναίων και τουρκαλβανών, με αφορμή μια γυναίκα Γιαρμενίτισσα.
Δυο τρεις μαγάρες, άνθρωποι του Ρουμπάνη (Ρουμπάν-Αγά)[1] από του Μπεντένι, γυρνοβολάγανε στα γύρω χωριά καβάλα στ’ άλογά τους. Η Στέφω (χαϊδευτικό της Στεφανίας), γυναίκα του Χρήστου Σαρβέλη από την Γιάρμενα και αδερφή του Χρύσαντου Μπρούκαλη από του Κούμανι, ήτανε δεν ήτανε κανά εξάρι μήνους παντρεμένη, ίσαμε δεκαοχτώ χρονώνε, την άλλη ημέρα απ’ του Άι- Δημητριού, κατά το γιόμα, κίνησε από το σπίτι της, με το τράστο στον ώμο και πάγαινε ψωμί και φαΐ στον άντρα της και στα πεθερικά της, που κάνανε χωράφι στην Λαζιτούμπα (τοποθεσία) και σπέρνανε γεννήματα. Στην στράτα προς την Λαζιτούμπα, λίγο αλάργα από το χωριό, ανταμώθηκε με τους ανθρώπους του Ρουμπάνη. Ο ένας από δαύτους, ευτούνος ο μοβόρος τουρκαρβανίτης ο Σμαήλης, μόλις την είδε νέα και πεντάμορφη, του γυάλισε το μάτι, τραβώντας το χαλινό του αλόγου του σταμάτησε και με το διάβολο νου του, σκέφτηκε σώνει και καλά να τηνε μαγαρίσει. Εκείνη μόλις είδε να βαστάει τ’ άλογό του, ο τούρκος και να τηνε στραβοτηράει έσγουψε το κεφάλι της χαμπήλωσε το μαντήλι της στα μούτρα της και κίνησε να πάει στον δρόμο της.

Εκείνος, ο μασκαράς, κατέβηκε από τ’ άλογό του και αφού τηνε τσάκωσε από το μπράτσο της, τηνε κουτούπωσε, έπεσε απάνου της σαν πεινασμένος λύκος και τήραγε να τηνε φιλήσει. Εκείνη αλαφιάστηκε με τούτο που τηνε βρήκε και δίχωτις να τα χάσει, του γύρισε μια ανάποδη με το τράστο και τονε βάρεσε στα μούτρα. Οι άλλοι δυό, ήσαντε απάνου στ’ άλογα τηράγανε και γελάγανε. Εκείνος, αν και δεν περίμενε να τονε βαρέσει, μπήχτηκε με το ζόρι να τηνε ρίξει χάμου και να τηνε μαγαρίσει. Ευτούνη η μαύρη, σκυλί ανήμερο, που το βρήκε ευτούνο το κουράγιο και την δύναμη δεν ξέρω. Η δόλια η Στέφω έβαλε τα σκουσμάρια αμποδιότανε και τήραγε να τον δαγκώσει όπου βρει, τον κλώτσαγε και όσο δινότανε με τα χέρια της, πολέμαγε να τον αναγκάσει να μην της μολέψει το κορμί της. Σε κάποια στιγμή αγκουρμάστηκε τα σκουσμάρια[2] ο Ανάγνος Τασιούλας, από το χωριό της και ο κουνιάδος του, ο Λίβανος Μητσάκος από το Αντρώνι, που κάνανε τα χωράφια του Ανάγνου στη Λαζιτούμπα. Αφού αγροικήσανε φωνές, παρατήκανε το ζευγάρι και τη σπορά στη μέση της αυλακιάς κι ο ένας πήρε ένα τσεκούρι στα χέρια και ο άλλος την ξάλη και πιλαλώντας σάξανε πέρα προς την μεριά που ακουγόσαντε οι φωνές. Οι δυο τούρκοι, που ήσαντε απάνου στ’ άλογα, μόλις τους είδανε από μακριά, φοβηθήκανε και φωνάξανε του Σμαήλη που πάλευε με την Στέφω να τηνε απαρατήκει και να λακίξουνε πέρα προς την γκάπελη. Εκείνος ούτε που τους αγροίκαγε, όπως δείχνανε τα τράματα, ήθελε σώνει και καλά να τηνε απαυτώσει.
Οι άλλοι μόλις τους είδανε να κοντοζυγώνουνε, για να μην μπλέξουνε σε μάγκανα, και πόλεμο, βαρέσανε τ’ άλογα και φύγανε. Εκείνος, μόλις είδε ότι φύγανε οι δικοί του και δεν πρόκανε καν να την μαγαρίσει, βάρεσε κάμποσες γροθιές δυνατά την Στέφω στα μούτρα και στο κεφάλι και αφού εκείνη έπεσε καταγής, έβγαλε το μαχαίρι του, ο μασκαράς, και τις έκοψε τις δυο κοτσίδες[3] και τις πήρε μαζί και το κεφαλομαντηλό της. Ανάγκασε στο πίτσι- φυτίλι και πριν τον προκάνουνε οι άλλοι να τονε προλάβουνε, μ’ ένα σάλτο καβάληκε στ’ άλογό του και έγινε κι εκείνος μπουχός και τρούπωσε μέσα στη γκάπελη. Μόλις ζυγώσανε σκαστοί στο λαχάνιασμα, ο Μητσάκος και ο Ανάγνος, δεν πιστεύανε στα μάτισα τους, βρήκανε την Στέφω χάμου καταγής, γιομάτη αίματα στα μούτρα, τα σκουτιά της κουρελιασμένα, αμαντήλωτη και κομμένες τις δυο πλεξούδες από τα μαλλιά της. Αφού την σηκώσανε από χάμου την βάλανε κι κωλακούμπησε σ’ ένα κούτσουρο. Ο Μητσάκος που ήτανε γλήγορος στα πόδια απολύθηκε στην πιλάλα, να πάει της φέρει λίγο νερό και να φωνάξει για βοήθεια. Δε πέρασε λίγη ώρα ούλοι αφήκανε τις ρημαΐλες τους και μαζεύτηκε ούλο το χωριό, από τους πρώτους που μαζευτήκανε ήτανε και ο άντρας της ο Χρήστος και τα πεθερικά της.
Το μάθατε Γιαρμενιώτισσες τα χλιβεράτα μαντάτα
την Στέφω εβαρέσανε στης Γιάρμενας την στράτα.
Στη Λαζιτούμπα πάγαινε με το τράστο στον ώμο
και εκειά ν’ όπου ξαγνάντισε τις κόψανε τον δρόμο.
……………………………………………………..
Ο Τάσης Αποσκίτης, που ήτανε μπασμένος τσαμπάσης από του Βελημάχι και πολύ γνωστός στον τόπο, πριν από ευτούνο το κακό, στο κολατσιό είχε κατά τύχη ανταμώσει τους τούρκους στη γκάπελη και μάλιστα πιάσανε και κουβεντιάζανε γι’ άλογα. Το απόγιομα, που διάβηκε στην Γιάρμενα, σαν έμαθε τα μαντάτα τους είπε ότι ήξερε ποιοι ήσαντε οι τούρκοι, γιατί κουβέντιασε μαζί τους και μάλιστα κάτσανε και στρίψανε και τσιγάρο. Και τους είπε ότι ήσαντε από του Μπεντένι.
Την άλλη μέρα ο γέρο- Βγενίσος Μπόμπας, που ήτανε ο πρώτος[4] του χωριού, ο πεθερός της νύφης, η Στέφω και κάνα δυο άλλοι και ο Γιάννης Μαυρομάτης, από την Γιάρμενα, που σκάμπαζε λίγο τα τούρκικα, κινήσανε καβάλα στ’ άλογά του και πήγανε ντουγρού στου Μπεντένι, ίσα στο κονάκι του Ρουμπάνη, όχι να λογαριαστούνε, αν και ήτανε δειλός ο Ρουμπάνης, αλλά να παραπονεθούνε για το σκάρτο φέρσιμο των ανθρώπων του.
Την Στέφω, την πήρανε αντάμα τους για δυο λόγους. Να την ’δούνε του λόγου τους, που ήτανε βαρεμένη και πρησμένη ταβούλι τα μούτρα της σαν μελιτζάνα και να ιδούν τις κομμένες κοτσίδες της, αλλά και για να τους δείξει ποιος ήτανε εκείνος που βάλθηκε να τηνε μαγαρίσει παρά την θέλησή της. Εκείνος, το ίδιο μάγαρο ήτανε του λόγου του, ζαγάρι[5] χειρότερο από τους ανθρώπους του. Μόλις του είπανε, το και το, τους φοβέριξε και πονηρά και τους είπε ότι δεν ήσαντε δικοί του άνθρωποι, εκείνοι που πήγανε να μαγαρίσουνε την γυναίκα. 
Και τότε για να τους πείσει, τάχατις, φώναξε τους δικούς του, αφού πρωτύτερα ο μασκαράς είχε φροντίσει και κρύψανε εκείνους που κάνανε την μαγαρισιά. Ρώτησε και ξαναρώτησε την τσούπα αν γνωρίζει κανένα από δαύτους. Εκείνη τους τήραξε ούλους και με την πρώτη ματιά χωρίς να βγάλει κουβέντα έγνεψε αρνητικά. Εκείνος, που την γονάτισε, είχε μια ελιά ίσαμε μια βελανιδόκουπα, στο ζερβί του μάγουλο και ευτούνη το θυμότανε καλά, αλλά αφού δεν τον είδε μπροστά της, τι να μολογήσει; Όμως δεν έβγαλε άχνα, δεν μαρτύρησε ότι εκείνος που την γονάτισε, είχε μια ελιά στο μάγουλο. Τότε ο αγάς αγριεμένος, τους αποπήρε και τους είπε να ξεκουμπιστούνε από το κονάκι του και πάνε να ψάξουνε αλλού. Χαλάλι του, όμως ευτούνοι καταλάβανε την κουτοπονηριά του, αλλά δεν μπορήγανε να πούνε κουβέντα, εξάλλου ήσαντε στην φωλιά του λύκου και έτσι πισαγναρίσανε άπραγοι στην Γιάρμενα.
«…………………………………………………………………………………………………….…………………………………………………………………………………………………….».
  Περάσανε κάνα τεσσάρι μήνες και μια μέρα ο Χρήστος ο Σαρβέλης με τον φίλο του τον Ανάγνο τον Τασιούλα πηγαίνανε ντουγρού στην Πέρσαινα στον κουμπάρο του Χρήστου που του είχε βαφτίσει ένα παιδί του Γεωργόπουλου του Πανάγου, τον Βλάση. Στον δρόμο εκεί στα Έξι Δέντρα (τοποθεσία) απαντήσανε τον τουρκαλά από του Μπεντένι, τον Σμαήλη, που τήραξε να προσβάλει την Στέφω. Ο βρωμό- Σμαήλης, που ’ρχότανε καβάλα στο άλογό του, δεν τους γνώρισε, αφού ούτε καν που τους ήξερε. Ο Χρήστος, μόλις είδε την ελιά στο μάγουλο (στον μόνο που το είχε ’πεί η Στέφω) τον χαιρέτισε λέγοντας
- Προσκυνώ την αφεντιά σου Πασά[6] μου!  Και του είπε να κάτσουνε και να στρίψουνε και καπνό. Ο Σμαήλης, δεν επονηριάστηκε τίποτα, κατέβηκε από τ’ άλογο και κάτσανε να στρίψουνε τσιγάρο.
-Τι χαμπάρια πασά μου; Του λέει ο Ανάγνος
-Από πού ρε παιδιά; Ρωτάει.
Πετάγεται ο Χρήστος για να τονε καλοπιάσει και του λέει ότι τάχα είναι Βελημαχιώτες τσαμπάσηδες και πάνε στον κάμπο, γι’ άλογα. Ενώ ο τούρκος, τους ξομολογήθηκε ότι είναι από του Μπεντένι και στην δούλεψη του Ρουμπάνη. Αφού τον ανακρίνανε με τον τρόπο τους, και πιάσανε λυκοφιλία, μετά από λίγο ο Χρήστος, που ήτανε πουτσούλας και το έλεγε η καρδιά του, έκανε πως πήγαινε πίσω από ένα δέντρο, για κάτουρο και γυρίζει απότομα μια, με την γκλίτσα και κοπανάει τον τούρκο στον σταυρό. Πέφτει άξαφνα απάνου του και ο Ανάγνος και πριν ακόμη συνέρθει τον μπαγλαρώσανε για τα καλά.
  Ευτούνος όμως ο Ανάγνος, αν και διαβόλου γέννα, όμως δεν κατάλαβε τι έγινε. Παρόλα ευτούνα όμως κοπάναγε κάργα μέχρι να τον ξαπλώσανε χάμου. Από τα πολλά τον κατραπακιάσανε και ο τουρκαλάς που βεργολυγότανε σαν το κοψομεσασμένο φίδι. Ο Χρήστος, τότενες του είπε με ποιόνε έχουνε να κάνουνε. Αφού πρώτα τονε δέσανε πιστάγκωνα σ’ ένα δέντρο του βουλώσανε το στόμα με ένα σκουτί που ήτανε σα μαντήλι, από το σαρίκι του, για να μη ουρλιάξει κι ακουστεί όταν ξυμήσει από το βάρεμα στο κεφάλι. Μετά τονε εγδύσανε και ξεβρακώσανε και ο Ανάγνος, που νόγαγε, αφού του έστριψε πολλές φορές τ’ αχαμνά του, έβγαλε ένα βουρλίδι και τα έδεσε σφιχτά και από το πολύ στρίψιμο και σφίξιμο τον μουνούχισε, σαν το τραΐ. Και δεν σταμάτησε εδεκεί, μετά έβγαλε το κοπίδι του που έσουρνε στη μέση του και του φυτίλιασε την γλώσσα στην άκρη και αφού ξεμύτισε μια ξερή λούρα, χωρίς δισταγμό ο αθεόφοβος, του τηνε έμπηξε δυο του φωτερά και του έχυσε τις χάντρες. Δεν ήθελε να τον ξεκάμει με μιας, αλλά ήθελε να τονε τυραγνίσει. Μετά τσάκα- τσάκα τόνε φορτώσανε απάνου στ’ άλογό του, τονε συμπλιάσανε μεσογόμι και το βαρέσανε να σάξει πέρα να πάρει την στάτα του. Πρου σκαπετήκει τ’ άλογο κι ευτούνοι του λόγου τους γίνανε άρατοι, από κει χάμου, χαϊτοί μέσα στην γκάπελη, πριν τους πάρει χαμπάρι κανένα μάτι και έχουνε ντράβαλα.
Στο χαλούπωμα, κοντά στο χωριό κάποιος Κλειντιώτης, βρήκε τον Σμαήλη, στα μαύρα του χάλια, χεσμένο, γιομάτο αίματα και κρεμασμένο απάνου στ’ άλογο του σαν τον σφάρδακλα. Ταχιά, την άλλη μέρα στο Μπεντενέϊκο εγινότανε χαμός, μεγάλη ανακατοσούρα. Άνθρωπος του Ρουμπάνη, να πάθει τέτοιο κακό και ένα τόσο τρανό ρεζιλίκι; Τρανή ντροπή και μαγάρα όχι μόνο για τον αγά αλλά και για ούλη την τουρκιά του Λάλα.
Εξάλλου με τόσα που είχε καμωμένα στον ντουνιά, τι περίμενε κανείς; Όπως λένε: «Από τα πολλά παλούκια που απήδαγε κάποιο θα του έμπαινε στον κώλο».
Όμως, ήτανε ακόμη ζωντανός, και τανιότανε, αλλά άχρηστος, επειδής ούτε να μιλήσει μπόργιε, ούτε να ιδεί και να μαρτυρήσει και έτσι δεν μπορήγανε μπίτι για μπίτι να κατηγορήσουνε κανένα.
Εξάλλου ευτούνος, είχε κάνει πολλά μαγαρίσματα στα γύρω χωριά και είχε μ’ ούλους πάρε δώσε. Μετά από κάμποσες μέρες, πέθανε και ξεμαγάρισε ο τόπος από δαύτονε, αν και έτσι που τον κάνανε δεν μπόργιε πλια να ξανά τζολέψει κανένανε. Ο Ρουμπάνης, ήτανε σκαστός, τάχατις έφαγε τα σίδερα, για να βρει ποιος το έκανε, αλλά πάλι τίποτα. Τρομάρα του δεν κόταγε να βγει στα γύρω χωριά γιατί ήτανε και λιγόψυχος και κατουρλής. Μετά από κάνα δυο μήνους, άρχισε ο πόλεμος και έτσι πάει καλιά του και ξεβρώμισε ο τόπος από δαύτονε και από την τουρκαρβανιτιά.
Λεξιλόγιο:
Αγκουρμάστηκε, = (τοπ. διάλεκτος) αφουγκράστηκε, άκουσε.
Αλαργέψει, = (τοπ. διάλεκτος) φύγει μακριά.
Αμποδιότανε, = (τοπ. διάλεκτος) προφυλασσόταν.
Άρατοι, = άφαντοι.
Αχαμνά, τα = οι όρχεις.
Βουρλίδι, το = είδος σπάγκου κατασκευασμένο από το φυτό βούρλο.
Γιάρμενα, η = ο οικισμός Φολόη Ηλείας.
Γκάπελη, η = (τοπ. διάλεκτος) το δρυοδάσος της Φολόης.
Εγδύσανε, = μεταφορικά τον λήστεψαν, στην συγκεκριμένη περίπτωση του πήραν τ’ άρματα.
Κάργα, = (τοπ. διάλεκτος) αρκετά, δυνατά.
Κατουρλής, ο = (τοπ. διάλεκτος), αυτός που κατουριέται επάνω του, (μεταφορικά) ο δειλός άνθρωπος.
Κατραπακιάσανε,  = (τοπ. διάλεκτος) τον έριξαν καταγής, τον χτύπησαν σφαλιάρες.
Κόταγε, = (τοπ. διάλεκτος) τολμούσε.
Λακίξουνε, = (τοπ. διάλεκτος) να φύγουνε τρέχοντας.
Λούρα, η = (τοπ. διάλεκτος), η ξύλινη βέργα, η βίτσα.
Μαγάρισμα, το = βρόμισμα, (αλληγορικά) ο βιασμός.
Μεσογόμι, το = φόρτωμα σε υποζύγιο στο μέσο του σαμαριού ή της σέλας.
Μπαγλαρώσανε, =  τον έπιασαν, τον κατάφεραν, τον ακινητοποίησαν.
Μπαξίσι, το =χρηματικό ποσό που δίνεται σε κάποιον για να κάνει μια εξυπηρέτηση, ή ως ανταμοιβή.
Μπασμένος, ο = ηλικιωμένος, ή μεσόκοπος
Μπεντένι, το = ο οικισμός Αγία Άννα Ηλείας.
Μπεντένι, το = σήμερα ο οικισμός Αγία Άννα περιοχής Ωλένης.
Μπίτι, = (τοπ. διάλεκτος) ποτέ.
Μπουχός, ο = η σκόνη, ο κουρνιαχτός, (μεταφορικά) η γρήγορη ή βίαιη απομάκρυνση.
Νόγαγε, = (τοπ. διάλεκτος), γνώριζε, ήξερε.
Ντουγρού, = (τοπ. διάλεκτος) κατευθείαν.
Ντράβαλα, τα = (τοπ. διάλεκτος) φασαρίες, μπλεξίματα.
Ξάλη, η = γεωργικό εργαλείο, είδος σπάτουλας προσαρμοσμένη σ’ ένα στυλεό για το καθάρισμα του αλετριού, κατά την ώρα του οργώματος.
Πέρσαινα, η = εγκαταλελειμμένος οικισμός της Ηλείας.
Πιλαλώντας,  = (τοπ. διάλεκτος) τρέχοντας.
Πίτσι- φυτίλι, = (τοπ. διάλεκτος) στα γρήγορα, βιαστικά.
Πουτσούλας, ο = (τοπ. διάλεκτος) μεταφορικά ο αντρειωμένος, ο παλικαράς.
Ρημαΐλες, οι = (τοπ. διάλεκτος) οι δουλειές.
Σκάμπαζε, = (τοπ. διάλεκτος), καταλάβαινε, γνώριζε.
Σκαπετήκει,  = (τοπ. διάλεκτος) χαθεί στον ορίζοντα, καταπιεί.
Συμπλιάσανε, = (τοπ. διάλεκτος) το ελαφρύ δέσιμο.
Τανιότανε, = (τοπ. διάλεκτος) προσπαθούσε απεγνωσμένα να κινηθεί
Τζολέψει, = (τοπ. διάλεκτος) να πειράξει, να δημιουργήσει επεισόδιο.
Φυτίλιασε, = (τοπ. διάλεκτος) έκοψε σε λωρίδες σαν φυτίλια.
Φωτερά, τα = (μεταφορικά) τα μάτια.
Χαλούπωμα, το = το σούρουπο.
-Ακριβής αντιγραφή, από χειρόγραφο του αείμνηστου Μπενέτση Γεωργίου, κατοίκου Αγνάντων (Σινούζι) με καταγωγή των παππούδων του, από την Γιάρμενα.
-Ευχαριστώ και τον Γεώργιο Νικ. Μαρκόπουλο από την Φολόη, για τις πληροφορίες, που μου επιβεβαίωσε περί των τοποθεσιών όπου διαδραματίσθηκαν τα επεισόδια. Στο κείμενο, που δεν γνωρίζω πότε ακριβώς γράφτηκε, αφθονεί η τοπική διάλεκτος της περιοχής της βόρειας Ορεινής και ημιορεινής Ηλείας.

[1]Έτερο επεισόδιο αναφέρεται για τον Ρουμπάν Αγά ή Ρουμπάνη στο βιβλίο του Γεωργίου Αρ. Χρυσανθακοπούλου, «Η Ηλεία επί Τουρκοκρατίας», σελίδα 43, εν Αθήναις 1950.
[2] Επί τουρκοκρατίας στην ύπαιθρο ακόμη και μέχρι τον τελευταίο εμφύλιο πόλεμο, όταν προξενούταν κάποιο έβαζαν τις φωνές, ως μέσον επικοινωνίας για να τους ακούσουν οι παρευρισκόμενοι. Αυτοί που ήσαν κοντά και άκουγαν τις φωνές για βοήθεια φώναζαν και αυτοί δυνατά για δυο λόγους. Πρώτον για να εκφοβίσουν τους επιτιθέμενους και δεύτερον με τον ίδιο τρόπο να καλέσουν σε βοήθεια τους πιο απομακρυσμένους και στην συνέχεια οι πιο απομακρυσμένοι έπρατταν το ίδιο και ούτω καθεξής. Τοιουτοτρόπως ενημερωνόταν άμεσα ολόκληρη η περιοχή και συνέτρεχε για βοήθεια. Επειδή πάντοτε κατά την συγκεκριμένη εποχή της τουρκοκρατίας και είχαν υπόψη τους τις θηριωδίες των τουρκαλβανών, μαζί τους ως όπλα έπαιρναν ότι εύρισκαν πρόχειρο ως ελαφρύ οπλισμό, όπως κυρίως γεωργικά εργαλεία, μαχαίρια ακόμη και ξύλα.
[3] Το κόψιμο των μαλλιών από τις σκλάβες, οι τούρκοι, κατά τις πολεμικές ή ληστρικές επιθέσεις γινόταν με σκοπό να τα πάρουν μαζί τους και να τα προσκομίσουν ως λάφυρο πολέμου, ενώ για τους άνδρες, κάποιου σημαντικού, του έκοβαν το κεφάλι ως απόδειξη, ενώ των απλών πολεμιστών τους έκοβαν τα αυτιά και τα παρουσίαζαν στον αγά ή πασά όπου για αυτά εισέπρατταν και το ανάλογο μπαξίσι.
[4] Πρώτος, επί τουρκοκρατίας λεγότανε ο προεστός, είτε ήταν εκλεγμένος, από την τοπική κοινωνία, είτε διορισμένος από τον αγά ή κοτζαμπάση του εκάστοτε καζά ή επαρχίας.
[5] Ο Γεώργιος Χρυσανθακόπουλος, σελ. 43, αναφέρει ότι ο Ρουμπάν αγάς «είχε θηριώδη ένστικτα, κακοηθέστατος πλήν δειλού χαρακτήρος και ως εκ τούτου οι Χριστιανοί ουδόλως τον υπελόγιζαν, μετά του οποίου όμως πάντοτε ευρίσκοντο εις φιλικάς σχέσεις».
[6] Οι Έλληνες έλεγαν πάντα κολακευτικά λόγια προς τους τούρκους, εξάλλου αυτά επιζητούσαν και αυτοί και τους προσφωνούσαν πάντοτε με’ ανώτερα αξιώματα από αυτά που κατείχαν για να έχουν πάντα την εύνοιά τους, αλλά και για διαφόρους λόγους. Π.χ. τον απλό τούρκο, χωρίς κανένα αξίωμα, τον προσφωνούσαν αφέντη αγά, τον αγά αφέντη πασά και τον πασά πολυχρονεμένο σουλτάνο.
Πηγή:www.antroni.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: