Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2015

ΟΙ ΤΣΑΜΠΑΣΗΔΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΣΑΜΠΑΣΙΛΙΚΙ

Άρθρο του Ηλία Τουτούνη, συγγραφέα - λαογράφου
Τσαμπάσηδες ή μεταπράτες, στη λαϊκή γλώσσα, της προ βιομηχανικής εποχής λεγόταν οι άνθρωποι που ως κύριο επάγγελμα, είχαν την αγοροπωλησία ζώντων ζώων[1] κυρίως υποζυγίων. Αυτοί κυρίως αγόραζαν και πουλούσαν ζώα, ή πραγματοποιούσαν τις λεγόμενες τράμπες, δηλαδή ανταλλαγές ζώων, πάντοτε με επιδίωξη το κέρδος[2]. Όλο τον χρόνο σχεδόν, γυρολόγοι περιφέρονταν στα χωριά, αγόραζαν ή πούλαγαν, αλλά εκεί που ήταν ο παράδεισός τους και το επίκεντρο των αγοροπωλησιών των, ήταν τα ζωοπανηγύρια. Οι τσαμπάσηδες λαλίστατοι, καταφερτζήδες και ατσίδες στα παζάρια, έκοβαν βόλτες πάνω κάτω μ’ αρχοντικό ύφος και με διακριτικό κυρίως ένα γαρύφαλλο στο αριστερό τους αυτί, ντυμένοι με τα γκρι ντρίλινα ριγωτά παντελόνια με τις μακριές ριχτές τσέπες[3], γιομάτες χιλιάρικα, με τα γυαλιστερά τους μαύρα και γκρι γιλέκα, την κομψή τραγιάσκα τους και τα καμτσίκια και τους βούρδουλες, περασμένα στις ζώνες τους, ή παραμάσκαλα, ερευνούσαν την αγορά, έβλεπαν, παζάρευαν, προσέφεραν υπηρεσίες[4], έκλειναν τις συμφωνίες τους, όπου αγόραζαν, πωλούσαν, έκαναν τράμπες, ή καπάρωναν[5] τα ζώα που ήσαν κατάλληλα και της αρεσκείας[6] των.

Η εμπειρία της αγοροπωλησίας[7] των τσαμπάσηδων, κατά τον διακανονισμό ενός ζώου προς αγορά, επικεντρωνόταν κυρίως στην διακριτικότητα κι όταν έβλεπαν το παζαρευόμενο ζώο[8], «το ζύγιζαν» όπως λένε «με το μάτι», μετά το ψηλάφιζαν και στο τέλος έκαναν την συμφέρουσα προς τον εαυτόν τους εκτίμηση, πάντα με χαμηλότερη τιμή έναντι της αξίας τους. Έλεγχαν τα πάντα, διότι οι πωλητές, στην προσπάθειά τους για ν’ αποκρύψουν την ακριβή ηλικία των ηλικιωμένων ζώων, τα έτριβαν με χοντρό αλάτι στο πάνω χείλος[9] του ζώου (άλογο, μουλάρι, γαϊδούρι), μέχρι να βγάλει αίμα. Πολλές φορές, η παραπλάνηση, γινόταν με ισχυρά ναρκωτικά, όταν τα ζώα ήταν άγρια, (δάγκωναν ή κλωτσούσαν) ή με καυτηρίαση των δοντιών με νιτρικό άργυρο, για να κρύψουν την ηλικία τους. Προέβαιναν σε διάφορα πειράγματα επί του ζώου, για να εντοπίσουν πόσα και πια ήταν τα ελαττώματα, τα κουσούρια[10] και τα τερτίπια[11] του. Ένα ζώο μπορεί ήταν καχεκτικό, τραυματισμένο[12], να κλώτσαγε (τσίνιζε), να δάγκωνε, να σκόνταφτε, να κούτσαινε, να είναι στραβό από το ένα μάτι, να είχε συρίγγιο, να μην έκανε καλό καμάτι (όργωμα) ή ζέξιμο, να μην στεκόταν στο φόρτωμα, στο πετάλωμα, στο πεδούκλι, στο σαμάρωμα να μην πρόγκαγε, κ.λπ.
Όταν, οι τσαμπάσηδες, αγόραζαν ένα υποζύγιο, που είχε ελαττώματα, όπως να δαγκώνει, να κλωτσάει, να μην στέκεται στο σαμάρωμα ή στην ίππευση, αμέσως κατάφευγαν στην λύση της μέθης. Είχαν από βραδύς ρίξει σε κουβά με κρασί, ή ούζο ή αφιόνι[13] βρώμη και την άλλη μέρα ενώ είχε ποτίσει ο καρπός με το οινόπνευμα όταν το τάγιζαν με τον τορβά αυτό μεθούσε και σχεδόν όλη την ημέρα ήταν ήρεμο, μέχρι να γίνει η αγοροπωλησία. Τέλος στην Πελοπόννησο προσπαθούσαν ν’ αγοράσουν κυρίως τ’ άλογα, που ήταν τριοτέλια[14] και γιοργαλίδικα[15]. Οι τσαμπάσηδες, συνήθως προσέγγιζαν ανθρώπους, που είχαν ζώα και δεν ήταν γνώστες των τιμών, επίσης και ανθρώπους της υπαίθρου[16] που είχαν μειωμένη αντίληψη. Τις περισσότερες φορές επανειλημμένα, παζάρευαν και αγόραζαν υποζύγια και τα μεταπωλούσαν με απανωτίμι την ίδια ώρα ή ημέρα, ή κάποια από τις ημέρες που διαρκούσε η ζωοπανήγυρη, ή πραγματοποιούσαν τις γνωστές σε όλους μας τράμπες.
Οι διάλογοι την ώρα του νταραβεριού ή παζαριού μεταξύ τσαμπάσηδων, προς τους αγοραστές και πωλητές, θύμιζαν προξενητάδες εν ώρα προξενιού, που ανάλογα με ή την πώληση ή την αγορά διόγκωναν ή συρρίκνωναν ή απέκρυπταν τα ελαττώματα και ταυτόχρονα επισύναπταν και αρκετά ψέματα, τόσα ώστε να γίνει πιστευτός και να κλείσει το προξενιό, εδώ η αγοροπωλησία.
Όταν γινόταν η αγοροπωλησία και ο πωλητής λάμβανε τα χρήματα στο χέρι, δεν μπορούσε να υπάρχει αναίρεση των συμφωνηθέντων, ακόμη και όταν ο αγοραστής, ανακάλυπτε κάποιο ελάττωμα του ζώου. Αυτού του είδους οι συναλλαγές, υπάγονταν στους άγραφους νόμους του υπαίθριου εμπορίου, όπου έλειπαν οι συναισθηματικές προϋποθέσεις, συνεπικουρούμενου πάντοτε με τη λαϊκή ρήση: «Εγώ σε στραβώνω και σου πουλάω, εσύ άνοιξε τα μάτια ου και αγόραζε». Πέρα από τα παινέματα, τις χάρες, τα ελαττώματα και τα προτερήματα κάθε ζώου, συζητιόταν η προέλευση, ο προορισμός και γίνονταν αναφορές για τις διασταυρώσεις, τα γενναιολογικά τους δένδρα, τις αποδόσεις, τις ασθένειες κ.λπ. Παραθέτω ακόμη διάφορες φράσεις, που ακούγονταν κατά την διεξαγωγή των αγοροπωλησιών,
- Μου πήρες το καλλίτερο ζωντανό.
- Σ’ έστειλε ο Θεός να πάρεις το καλλίτερο ζωντανό!
- Τέτοιο ζωντανό δεν θα σου ξανά πέσει στα χέρια!
-Άμα πάλε δε σ’ αρέσει εγώ εδώ είμαι.
-Καλορίζικο, πάρτο να με θυμάσαι, να συχωρνάς τ’ αποθαμένα μου.
-Τράμπα και χαΐρι! (προκοπή)
-Τράμπα κι απανωτίμι!
-Τυχερός που το βρήκες πρώτος!
- Χαίρουμαι που το ζωντανό μου πέφτει σε καλά και άξια χέρια!
-Ευχαριστήθηκα που πουλήθηκε στον τόπο μου και θα το βλέπω!
Συνήθως, τα ζώα που μεταπωλούσαν οι τσαμπάσηδες ήταν υποζύγια (άλογα[17], μουλάρια, και γαϊδούρια).Πολλές φορές, αγόραζαν αδύνατα και καχεκτικά υποζύγια και τα έκλειναν στον στάβλο τους. Εκεί τα περιποιούνταν με μεγάλη επιμέλεια, τα τάγιζαν εντατικά μέρα- νύχτα βρώμη, κριθάρι με αρκετό αλάτι και σανό, για να πίνει πολύ νερό, μέχρι να παχύνει και να «γυαλίσει η τρίχα του». Ταυτόχρονα άρχιζε και ο ευπρεπισμός του εκάστοτε ζώου. Έπαιρναν την ξύστρα και το χτένιζαν για να έχει στρωτό τρίχωμα, του κούρευαν την χαίτη και τέλος του ψαλίδιζαν ομοιόμορφα την ουρά και την έφτιαχναν τριπλοπλεξούδα. Συνήθως το στόλιζαν με χαϊμαλιά και διάφορα άλλα πλουμίδια, όπως καινούργια πλουμιστή καπιστράνα, χανάκα με χάντρες για να παραπλανήσουν τον αγοραστή[18] και έτσι σε λίγες ημέρες και συγκεκριμένα στο επόμενο ζωοπανήγυρο, το ζώο ήταν έτοιμο για πούλημα. Η τιμή, ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που το είχαν αγοράσει, συνυπολογιζόμενα τα έξοδα, η εργασία και το εμπορικό κέρδος της μεταπώλησης του ζώου.
Η διαπραγματευτική εμπορική και πανάρχαια τέχνη των τσαμπάσηδων, κατά την είσοδο των μηχανοκίνητων οχημάτων στην καθημερινότητα, άρχισε σιγά- σιγά να σβήνει και στα τελευταία της, την κληρονόμησαν οι τσιγγάνοι, οι οποίοι αποπειράθηκαν να την διατηρήσουν, οι οποίοι αγόραζαν κυρίως καχεκτικά τραυματισμένα και υπερήλικα υποζύγια, τα μετέφεραν στα λιμάνια και στους σιδηροδρομικούς σταθμούς και τα προωθούσαν, έναντι χαμηλής αμοιβής, για τροφή σαρκοβόρων ζώων των τσίρκων και των ζωολογικών κήπων της Ευρώπης.
Για να πείσουν τους αγοραστές ή πωλητές είχαν επιστρατεύσει και τους αβανταδόρους, ανθρώπους διασκορπισμένους στη ζωοπανήγυρη και όταν γινόταν κάποιο νταραβέρι, πλησίαζαν και έδιναν περισσότερα χρήματα στην πώληση και λιγότερα στην αγορά ώστε να παραπλανήσουν τον υποψήφιο αγοραστή ή τον κάτοχο του ζώου να πεισθεί για τις τιμές που πρότεινε ο τσαμπάσης. Παραμονή πριν ξεκινήσει και όταν τελείωνε η εμποροζωοπανήγυρη στους δρόμους, που οδηγούσαν προς τον χώρο αυτό, έβλεπες τους τσαμπάσηδες καβάλα στο άλογό τους και πίσω τους έσερναν κι άλλα δεμένα το ένα πίσω από το άλλο στην σειρά. Σε κάθε χωριό είχαν και μια πόρτα (συνήθως κουμπάρο, φίλο συμπέθερο, συγγενή) και γνώριζαν τα πάντα για το κάθε ιδιοκτήτη ζώου, αν ήταν εύπορος ή φτωχός, αν είχε άμεση ανάγκη χρημάτων και για το ζώο αν είχε κουσούρια και την ηλικία του. Τοιουτοτρόπως γνώριζαν τα πάντα και ανάλογα διαπραγματευόταν. Όταν αντιλαμβάνονταν ότι κάποιος από τους πωλητές είχε άμεση ανάγκη για χρήματα, του έπαιρναν το ζώο «μπίρ-παρά», δηλαδή σε πολύ χαμηλή τιμή, έναντι της πραγματικής του αξίας[19].
Πέραν αυτών ήσαν τόσο πολύ εξοπλισμένοι με τα εργαλεία τους που αγόραζαν ατημέλητα ζώα σε χαμηλότερες τιμές και αμέσως αναλάμβαναν τον ευπρεπισμό και εντός λίγης ώρας είχαν μετατρέψει το βρώμικο ζώο σ’ ένα στολίδι. Καταγεγραμμένη είναι κάποιο επεισόδιο που τσαμπάσης αγόρασε ένα γάιδαρο τον ευπρέπισε και την ίδια ημέρα τον πώλησε στον πρώην ιδιοκτήτη του χωρίς αυτός ν’ αντιληφθεί το παραμικρό[20]
Κάποτε τα ζωοπάζαρα, αποτελούσαν το μεγαλύτερο και εμπορικότερο μέρος μιας εμποροζωοπανήγυρης, αφού κάλυπταν περίπου το 70% της χωρητικότητας, με ζώα προς μεταπώληση ή για καματίκι[21], βοοειδή, αιγοπρόβατα, χοιρινά και πουλερικά, ενώ οι παράγκες των τροφίμων, των βιομηχανικών εργαλείων και άλλων εμπορευμάτων ήταν πολύ λίγες, και διεξάγονταν σε διάφορες επιλεγμένες τοποθεσίες, κυρίως κατά τους θερινούς μήνες και κατά την διάρκεια τοπικών θρησκευτικών εορτών. Μετά την βιομηχανοποίηση και την αλματώδη εξέλιξη της επιστήμης και την επικράτηση του σημερινού τρόπου ζωής, αρκετά επαγγέλματα χάθηκαν και αφέθηκαν στην λήθη του παρελθόντος. Η παρακμή των ζωοπανηγύρεων, η αντικατάσταση των υποζυγίων από τα αυτοκίνητα, και η μαζική παραγωγή κρέατος και διαφόρων υποπροϊόντων του, ήταν μερικοί από τους παράγοντες που συντέλεσαν ώστε να εκλείψουν τα ζωοπανήγυρα κι αυτή η ενασχόληση τουλάχιστον από τα χωριά μας. Μεταξύ αυτών χάθηκε και το επάγγελμα του τσαμπάση ή μεταπράτη ή ζωέμπορου. Και σήμερα, πρέπει να ομολογήσουμε ότι, οι εν ζωή γέροντες τσαμπάσηδες[22], είναι και ήσαν θησαυροφυλάκια πείρας, της επιλογής των υποζυγίων και της διαπραγματευτικής ικανότητας του ζωεμπορίου.
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ:
Αβανταδόρος, ο = το άτομο που υποδύεται τον πελάτη ή τον παίκτη, συνήθως επιδεικτικά, με σκοπό να προσελκύσει ή να εξαπατήσει, η να παραπλανήσει άλλους πελάτες ή παίκτες.
Απανωτίμι, το = μεγαλύτερη τιμή, έναντι της αξίας του.
Βούρδουλας,  ο = μαστίγιο, κατασκευασμένο από δέρμα βοδιού ή από το γεννητικό του μόριο.
Γιλέκο, το = ρούχοχωρίς μανίκια και γιακά, με δύο μικρές τσέπες που κουμπώνει μπροστά, κυρίως αυτό που φοριέται πάνω από το πουκάμισο και κάτω από το σακάκι του κουστουμιού.
Καμτσίκι το, ή καμουτσές ο, = αξεσουάρ αναβάτη, αποτελούμενο από μία ή περισσότερες δερμάτινες λουρίδες ή σχοινιά, δεμένα σε λαβή, με το οποίο χτυπούν ή κεντρίζουν τα ζώα για να υπακούουν ή να τρέχουν.
Μαγκάνι, το = μηχανισμός άντλησης νερού, ή μηχανισμός σύσφιξης ή πίεσης.
Ντρίλινο, το = (γαλ. ντρίλλι) είδος βαμβακερού υφάσματος, χρωματιστού, από το οποίον κατασκευάζονται ενδύματα, τραπεζομάντηλα κ.λπ.
Προγκάει, = τρομάζει, αφηνιάζει.
Τράμπα, η = η ανταλλαγή, κατά την οποίαν ζητούνται ανταλλάγματα, ανάλογα προς τα προσφερόμενα.

Παροιμίες για τσαμπάσηδες:
-Κατά τον τσαμπάση και τα τσαμπασιλίκια.
-Μπροστά πάει του Τζαμί και πίσω η Βουντούχλα.
-Ο τσαμπάσης κορόιδεψε τον διάβολο.
-Όποιος διάβολο αγάρασε, διάβολο πούλαγε.
-Ποτέ πανηγύρι δίχωτις όργανα, δίχωτις και τσαμπάση.
-Στον χωριάτη αγκάθι και στον τσαμπάση τριαντάφυλλο.
-Στου Τζαμί παλιοφοράδες, στην Βουντούχλα πανέριες πουλάρες.
-Τι τσαμπασιλίκι, τι βουλευτιλίκι!
-Του τσαμπάση η τσέπη, κοροϊδεύει και τον ψεύτη.
-Τσαμπάσης δίχως ψέματα, τσαμπασιλίκι δεν βγάζει.
-Τσαμπάσης και προξενητής, αδέρφια διδυμάρια.
-Τσαμπάσης και προξενητής, πρώτα την τσέπη τους κοιτάνε.

[1]Από τις δραστηριότητές τους δεν απόλειπε και η ζωεμπορία κοπαδιών αιγοπροβάτων, βοοειδών και χοιρινών. Η επαγγελματική τους δραστηριότητα είχε εξαπλωθεί σε
[2]Η δουλειά του ζωέμπορου, είναι πολύ δύσκολη κι όποιος την κάνει πρέπει να την κατέχει καλά. Οι τσαμπάσηδες δεν κινούνταν πάντα με τους νόμους του εμπορίου. Πότε είχαν κέρδος, πότε χασούρα και πολλές φορές δεν υπήρχε ούτε κέρδος ούτε ζημιά.
[3] Εσωτερικές εμπρόσθιες όρθιες και μακρόστενες τσέπες παντελονιού από λινό ύφασμα μεταξύ του εξωτερικού υφάσματος του παντελονιού και φόδρας. Το στόμιο τους, ήταν μικρότερο και ραμμένο με το ύφασμα του παντελονιού στο επάνω μέρος και να καλύπτεται η είσοδός της από τον ζωστήρα, σε οριζόντια γραμμή, με υπερισχυμένη ραφή. Από αυτήν ήταν αδύνατο ν’ αφαιρεθούν εύκολα, ότι ήταν εντός της τσέπης του παντελονιού. Είχαν κατασκευαστεί τοιουτοτρόπως, ώστε να προφυλάσσουν τα χρήματα ή διάφορα τιμαλφή και να είναι αδύνατον ν’ ανασυρθούν από χέρι άλλου ανθρώπου.
[4] Οι τσαμπάσηδες, ήσαν γνώστες των καλλίτερων αρσενικών αλόγων, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για επιβήτορες, όπου για κάθε ζευγάρωμα με φοράδα έπαιρναν το αντίστοιχο αντίτιμο προσφοράς υπηρεσίας. Επίσης είχαν τα καλλίτερα άλογα που τα χρησιμοποιούσαν σε διάφορες επίδειξης υπακοής, ομορφιάς και στην διεξαγωγή αγωνισμάτων τρεξίματος και πλαγιοκαλπασμού.
[5] Καπάρωμα, λέγεται η διαδικασία της προκαταβολής, έναντι της τελικής αξίας του ζώου, για ν’ αποφευχθεί τυχόν αναίρεση μεταξύ του πωλητή και αγοραστή. Όταν ένας από τους δύο μετανοούσε, αυτός που είχε το ζώο έπρεπε να επιστρέψει την προκαταβολή (καπάρο) εις διπλούν και αν μετανοούσε αυτός που είχε προκαταβάλει έχανε την προκαταβολή του. Αυτό, ήταν και ένα μέρος του άγραφου νόμου του εμπορίου εκείνης της εποχής.
[6] Στη λαϊκή ελληνική συνείδηση ο ίππος έχει συνδεθεί με ιδιαίτερα χαρίσματα αλλά και με πλήθος από δοξασίες. Όπως για παράδειγμα αν χλιμιντρίζει στον ύπνο του το άλογο θα πεθάνει τ’ αφεντικό του, ή ανάλογα με το χλιμίντρισμα προαναγγέλλει τη μεταβολή του καιρού.
[7]Όταν οι τσαμπάσηδες ή οι ιδιοκτήτες αλόγων ή οι αγοραστές όταν δεν μπορούσαν προσδιορίσουν τα κουσούρια των ζώων κυρίως των υποζυγίων, που με πολλούς τρόπους προσπαθούσαν ν’ αποκρύψουν οι πωλητές τότε χρησιμοποιούσαν τους τσασίτηδες ή εκτιμητές, που ήσαν οι ειδικοί πραγματογνώμονες για τα κουσούρια, την κλάση του αλόγου και την ηλικία του.
[8] Στο ζώο, που ήταν υποψήφιο για πώληση, ο ιδιοκτήτης τοποθετούσε στο επάνω μέρος της καπιστράνας, η του σαμαριού, ή του χαλιναριού (γκεμιού) και σε εμφανές σημείο, ένα μικρό χλωρό κλαδί ή μια κορυφή καλαμποκιάς, εις ένδειξη ότι το εν λόγο ζώο προορίζεται προς πώληση, τράμπα ή καματίκι.
[9] Η παρατεινόμενη εντριβή, των χειλιών των υποζυγίων με αλάτι, έπρηζε το χείλος και εξαφάνιζε τις ζάρες της μεγάλης ηλικίας. Όπως είναι γνωστόν τα χείλη και τα δόντια κάποιου εξ αυτών των ζώων προσδιορίζουν την ακριβή ηλικία των, μόνον από γνώστες και έμπειρους ανθρώπους του επαγγέλματος.Η ηλικία του φαίνεται κυρίως από τα δόντια. Τα πρώτα δυο χρόνια αλλάζουν δυο δόντια, τον πέμπτο χρόνο βγάζουν το σκυλόδοντο και όταν φτάσει τα 7, 8, 9 χρόνων, τα δόντια παίρνουν κατεύθυνση προς τα πάνω και από 9 έως 20 χρονών, τα δόντια πάνε μπροστά και με αυτή την διάταξη στην οδοντοστοιχία τους, την έχουν για το υπόλοιπο της ζωής των.
[10] Κατά τις εποχές των πολεμικών συρράξεων, ο Ελληνικός στρατός, χρησιμοποίησε τους τσαμπάσηδες, ως εκτιμητές για τ’ άλογα και τα μουλάρια, που επιστράτευε για τις ανάγκες του, στην επιλογή όσον αφορά την υγεία, την ηλικία, τις αδυναμίες τα ελαττώματα και τα προτερήματα του εκάστοτε ζώου, και τέλος στην δημιουργία του φακέλου του, που προοριζόταν για επιστράτευση.
[11] Βέβαια κι εδώ είχε βρεθεί η λύση μιας κι όσοι ήθελαν να ξεγελάσουν τους αγοραστές έβαζαν οινόπνευμα στα αυτιά τους ή τα πότιζαν αλισίβα, ή τα τάγιζαν με βρώμη μουσκεμένη μέσα στο κρασί, αυτά μεθούσαν ή ναρκώνονταν και δεν αντιδρούσαν άγρια. Όταν καταλάβαιναν ότι το ζώο ήταν τσινιάρικο ήταν αργά. Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν πράγματι αυτοί οι τρόποι ήταν αποτελεσματικοί αλλά τότε επικρατούσε αυτή η άποψη.
[12] Όταν το ζώο ήταν τραυματισμένο, οι πωλητές, ανάλογα με το χρώμα της τρίχας του ζώου, έβαζαν χρώμα με τρίχες από το ίδιο το ζώο, ώστε να το αποκρύψουν. Για το μαύρο και το καφέ χρώμα χρησιμοποιούσαν πάστα από βερνίκι παπουτσιών για τα λευκά άσπρο χρώμα και για τα ψαριά άσπρο αναμιγμένο με στάχτη.
[13] Αφιόνιζαν τα ζώα, με ζωμό από άνθη άγριας παπαρούνας, χρησιμοποιώντας πάντοτε βρώμη ή κριθάρι μουσκεμένο με το ζωμό και τάγιζαν το ζώο ώστε να είναι ελαφρά ναρκωμένο για μια ημέρα περίπου, μέχρι να ολοκληρωθεί η αγοροπωλησία.
[14] Τριοτέλια λέγονται αυτά τα νεαρά άλογα που έκλειναν τρία χρόνια ζωής και θεωρούνταν τα πιο ιδανικά και άξια ζώα για εργασία. Το καλοκαίρι τα τάγιζαν βρώμη, για να γυαλίσει το τρίχωμα και λίγο πριν τα πανηγύρια περιποιόντουσαν την «χαίτη» σε στυλ βεντάλιας, έτσι ώστε να είναι όμορφα και να προσελκύσουν τους υποψήφιους αγοραστές είτε ιδιώτες είτε τσαμπάσηδες για να τ’ αγοράσουν.
[15]Φυλή Πηνειώτικων αλόγων με ωραίο, πλαγιοτροχασμό, κοινώς ραβάνι ή γιοργαλίδικο τρέξιμο (τα πόδια της μιας πλευράς κινούνται ταυτόχρονα και έπονται εκείνα της αντίθετης, όπως της καμήλας). O βηματισμός αυτός είναι πολύ ξεκούραστος για τον αναβάτη, τόσο άριστος, που λένε, όταν είσαι επάνω μπορείς να πιεις νερό χωρίς να χυθεί ούτε μία σταγόνα, πράγμα που τα κάνει περιζήτητα. Τ’ άλογα αυτά ονομάζονται γιοργαλίδικα, που από μικρά τα μαθαίνουν να καλπάζουν (γοργό βήμα) και γι’ αυτό τον λόγο τους δένουν με ειδικό τρόπο τα πόδια και τοιουτοτρόπως τ’ αναγκάζουν να συγχρονιστούν σ’ έναν νέο βηματισμό με μόνο σκοπό να μην ταρακουνούν τον αναβάτη τους. Ένας άλλος τρόπος για να μάθει γιοργά, όταν ήταν πουλάρι, του έδεναν στους αστραγάλους βαριούς κρίκους από αλυσίδες, για να μην μπορεί να σηκώσει ψηλά τα πόδια.
[16] Για να πείσουν τους αγοραστές ή πωλητές είχαν και τους αβανταδόρους, ανθρώπους διασκορπισμένους στη ζωοπανήγυρη και όταν γινόταν κάποιο νταραβέρι, πλησίαζαν και έδιναν περισσότερα χρήματα στην πώληση και λιγότερα στην αγορά ώστε να παραπλανήσουν τον υποψήφιο αγοραστή ή τον κάτοχο του ζώου να πεισθεί για τις τιμές που πρότεινε ο τσαμπάσης. Παραμονή πριν ξεκινήσει και όταν τελείωνε η εμποροζωοπανήγυρη, στους δρόμους που οδηγούσαν προς τον χώρο αυτό, έβλεπες τους τσαμπάσηδες καβάλα στο άλογό τους και πίσω τους έσερναν κι άλλα δεμένα το ένα πίσω από το άλλο στην σειρά. Σε κάθε χωριό είχαν και μια πόρτα (συνήθως κουμπάρο, φίλο συμπέθερο, συγγενή) και γνώριζαν τα πάντα για τον κάθε ιδιοκτήτη ζώου, αν ήταν εύπορος ή φτωχός, αν είχε άμεση ανάγκη χρημάτων και για το ζώο, αν είχε κουσούρια και την ηλικία του. Τοιουτοτρόπως γνώριζαν τα πάντα και ανάλογα παζάρευαν.
[17] Στα άλογα οι Έλληνες δίνουν διάφορες ονομασίες όπως «καράς» (μαύρος), «ρούσος» (ξανθός, «Ψαρής» γκρι, «ντορής ή βλάγκος» κόκκινος, «μπάλιος», με άσπρη βούλα στο μέτωπο, «μελίσσης», «γρίβας», «τσίλης» άσπρος, «μπασούρης», που περισσότερο έχουν να κάνουν με το χρώμα του τρίχωμα τους. Στα Μεσαιωνικά ποιήματα, τα λεγόμενα Ακριτικά, κυριαρχούν τα ονόματα «γρίβας», «μαύρος» και «πέπανος».
[18] Κατά την πώληση των υποζυγίων, συνήθως με αυτό, πωλούταν μαζί και το σαμάρι, διότι καθώς γνωρίζουμε τα σαμάρια ήσαν σε διάφορα μεγέθη και το καθένα είχε την δική του ριξιά. «Κάποτε, έλεγε μια ιστορία ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, τα γαϊδούρια λόγω της κακής συμπεριφοράς των ιδιοκτητών τους απέναντί τους, συνεδρίασαν και αποφάσισαν να σκοτώσουν τους σαμαράδες (τεχνίτες κατασκευής σαμαριών), ούτως ώστε, να μην υπάρχουν μαστόροι και ξανά φτιάξουν σαμάρια. Όπως συμφώνησαν έπραξαν και όταν δοκίμαζαν οι σαμαράδες ένα σαμάρι στην πλάτη τους, έδιναν μια γερή κλωτσιά στον σαμαρά και τον σκότωναν, έως ότου τους ξέκαναν όλους. Τότε, οι ιδιοκτήτες των, έφτιαξαν μόνοι τους σαμάρια, αλλά επειδή ήσαν ανειδίκευτοι τα κατασκεύαζαν παράγωνα και στραβά. Όταν σαμάρωναν τα γαϊδούρια, το στραβό σαμάρι, με το βάρος, πλήγιαζε τα γαϊδούρια και τότε αυτά έλεγαν ότι έκαναν λάθος που σκότωσαν τους σαμαράδες εφόσον δεν γλίτωσαν το σαμάρι και το φόρτωμα. Τουλάχιστον έλεγαν εκείνοι γνώριζαν την τέχνη και δεν τα πλήγιαζαν». Αυτή η αναφορά του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη αναφερόταν ότι έδιωξαν τους Τούρκους που είχαν μάθει να ζουν έτσι όταν απελευθερώθηκαν αντί να ζουν πιο άνετα, φορτώθηκαν τους πολιτικάντηδες που με τα τερτίπια τους, έκαναν την ζωή του λαού πιο δύσκολη.
[19] Το μυαλό του πανούργου Έλληνα και ιδίως τσαμπάση, επιστράτευσε στο παζάρεμα και την συνδρομή τις αλογόμυγας. Όταν παζάρευαν κάποιο άλογο, για να του επισυνάψουν κουσούρια, απομάκρυναν τ’ άλογο από τα υπόλοιπα. Είχαν στην παρέα τους και ένα παιδί, το οποίο είχε μαζέψει, από την προηγούμενη ημέρα, αλογόμυγες σε κουτόσπιρτα και κατά τις συζητήσεις του παζαρέματος, αυτό χωρίς να γίνει αντιληπτό, ελευθέρωνε τις αλογόμυγες. Αυτές κατευθύνονταν στο μοναδικό άλογο που ήταν κοντά τους και επειδή ήταν πεινασμένες τσιμπούσαν με σθένος τ’ άλογο και αυτό άρχιζε να ανησυχεί υπερβολικά και να κλωτσάει. Τότε ο τσαμπάσης, παζάρευε με διαφορετικά κριτήρια και τις περισσότερες φορές, έφερνε τα επιθυμητά γι’ αυτόν αποτελέσματα.
[20] Πολλές ιστορίες για τις εμποροζωοπανήγυρεις έχουν στολίσει τις αφηγήσεις των γεροντότερων και έδιναν μια ιδιαίτερη ομορφιά όσον αναφορά την λειτουργικότητα αυτών των θεσμών.
          «Μια φορά, μας έλεγε κάποιος γέροντας, ένας πήγε τον γάιδαρο του στο πανηγύρι, διότι είχε γεράσει και έπρεπε να τον πουλήσει και να επιδιώξει ν’ αγοράσει ένα πιο νέο και πιο γερό. Σαν συνεννοήθηκε με την γυναίκα του, πήρε το πρωί τον γάιδαρο, και τον πήγε στο πανηγύρι. Βρήκε κάποιον γύφτο τσαμπάση που αγόρασε τον γάιδαρο μετά από κάποιο παζάρι και εφόσον το γεροντάκι πήρε τα χρήματα, άρχισε πάλι να ψάχνει για να βρει τον αντικαταστάτη του γάιδαρου του. Δυστυχώς, την πρώτη μέρα δεν βρήκε, και έτσι αποφάσισε να διανυχτερέψει στο χώρο του πανηγυριού και να ψάξει την επομένη για να αγοράσει τον γάιδαρο, της αρεσκείας του.
Οι γύφτοι αφού αγόρασαν τον γάιδαρο, τον έπλυναν τον καθάρισαν του έκοψαν τα νύχια, του τρόχισαν τα δόντια, τον πετάλωσαν, του άλλαξαν σαμάρι, του έτριψαν τα χείλια με αλάτι, του περιποιήθηκαν την χαίτη και του έβαψαν το κούτελο κάνοντας ένα άσπρο σημάδι το λεγόμενο «μπαλιάδι» για να δείξουν ότι το ζώο είναι νεότερο και περιποιημένο και το έβγαλαν στο παζάρι για να βγάλουν το τσαμπασιλίκι τους.
Και πραγματικά ο γέροντας, την επομένη μέρα, βρήκε έναν γάιδαρο «τσίφτη», όπως τον έλεγαν τον περιποιημένο, καλιγωμένο καθαρό με ωραία χαίτη και μ’ ένα μπαλιάδι στο σταυρό (στο κούτελο). Τον ξεροκοίταζε πολλή ώρα και τον εξέταζε, αν έχει δόντια, αν είναι ήρεμος και δεν κλωτσούσε. Όταν δε, του γιόμισε το μάτι όπως λένε οι τσαμπάσηδες, αποφάσισε να τον αγοράσει, κανόνισε την τιμή έδωσε και άλλα τόσα λεφτά από όσα είχε πουλήσει τον δικό του και εφόσον τον ανανέωσε το ζώο του, καβάλησε και πήρε τον δρόμο της επιστροφής, γεμάτος χαρά για την αγορά που είχε κάνει. Ο γάιδαρος, σαν από μηχανής θεός, πήρε μόνος του τον δρόμο και πήγαινε κατευθείαν προς το δρόμο της επιστροφής του, ώσπου έφθασε στο χωριό του κατευθείαν πήγε στο σπίτι του χωρίς καν να χάσει τον δρόμο ούτε καν και την πόρτα του σπιτιού του, παραξενεύτηκε ο αφελής καινούργιος ιδιοκτήτης και φώναξε την γυναίκα του να έρθει να καμαρώσει το καινούργιο απόχτημα του.
Σαν τον είδε η γυναίκα του, αμέσως γνώρισε και του είπε γιατί δεν τον πούλησε τον γάιδαρο. Περιττό να πούμε το τι έγινε, εφόσον ο αγαθός εκείνος ανθρωπάκος, είχε αγοράσει πάλι τον δικό του γάιδαρο».
[21] Καματίκι λεγόταν η ενοικίαση του υποζυγίου για όργωμα, αλώνισμα, μεταφορά, εργασία σε ελαιοτριβείο, μαγκάνι, μύλο κ.λπ. με αντίτιμο όσες ημέρες απασχολούταν. Οι τιμές ήσαν δυσανάλογες, ανάλογα με την εργασία που είχε ενοικιαστεί το ζώο και πληρώνονταν σε είδος (δημητριακά στο όργωμα και στο αλώνισμα, λάδι στο ελαιοτριβείο, αλεύρι στον μύλο, καλαμπόκι στο μαγγανοπήγαδο κ.λπ.) Οι τσαμπάσηδες, στις δραστηριότητές τους, είχαν εντάξει την προσφορά και ζήτηση στο καματίκι, και εφόσον γνώριζαν άριστα, ποιοι ήθελαν υποζύγια και ποιοι διέθεταν αυτά προς ενοικίαση για εργασία μεσίτευαν και λάμβαναν το 10% ως μεσιτικά από το είδος πληρωμής του καματάρικου υποζυγίου.Ακόμη θέλω να επισημάνω ότι για το όργωμα, για τα λιοτρίβια και στα μαγγανοπήγαδα, χρησιμοποιούνταν ακόμη και βόδια, στα οποία ίσχυαν και γι αυτά τα καματίκια, επομένως και τα μεσιτικά.
[22] Οι τσαμπάσηδες, πέρα από το τσαμπασιλίκι, ήσαν γνώστες της καθημερινότητας ολόκληρης της περιοχής που είχαν εμβέλεια και πολλές φορές χρησιμοποιήθηκαν, ως πληροφοριοδότες από τις αρχές, από προξενητάδες, από παράνομους, από εμπόρους κ.λπ. για να συμβάλλουν στο πέρας της εκάστοτε περίπτωσης αναζήτησης πληροφοριών.
Πηγή:www.antroni.gr 2015


Δεν υπάρχουν σχόλια: