Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

Σπορά μετά τα πρωτοβρόχια

γράφει ο Νίκος  Κωνσταντακόπουλος
Ένα ανθρώπινο μελίσσι ανηφόριζε για το βουνό με προορισμό τα πετροχώραφα με το λειψό το χώμα, οι άντρες, με πρόσωπα που είχαν σκάψει οι ταλαιπωρίες και οι κακουχίες, προχώραγαν αργά με το σακούλι του σπορά στον ωμό. Το χοντροκομμένο ραβδί τους στήριζε τις κακοτοπιές Ακολουθούσαν οι γυναίκες κεφάτες, λες και πήγαιναν σε πανηγύρι, με ανασκουμπωμένες της ποδιές και τα φαγία στης τέσες, μια βρασιά φασόλια φακές χυλοπίτες. Όλοι μαζί για το βουνό και χώριζαν εκεί που διχάλωναν οι δρόμοι!.
ο ζευγολάτης, άρχοντας της γης, έβγαζε τα σαμάρια από τα καματερά ζώα και τους πέρναγε τις λαιμαριές ,το ζυγό και το βαρύ τ’ αλέτρι. με το σακουλόσπορο στον ωμό ,γύριζε προς την ανατολή κ’ αφού έκανε τρεις φορές τον σταυρό του ,σκόρπαγε με τέχνη που μόνο εκείνος γνώριζε, το σιταρόσπορο στην πεζούλα.
φούχτωνε με τα στιβαρά του χέρια την αλετροχέρα και τη βίτσα και άρχιζε με το ζευγάρι να οργώνει το σπαρμένο έδαφος .Κατά διαστήματα σκούπιζε τον ιδρώτα από το πρόσωπο του και έδιωχνε τη λάσπη με την ξιάλη από τα φτερά του αλετριού
Ο ΨΑΡΗΣ ΚΑΙ Ο ΝΤΟΡΗΣ .Τα καματερά του ζορίζονταν γιατί η άκρη ήταν πατημένη και σκληρή . φούσκωναν τα κάφυρα "ρουθούνια" ζωντανών, τα ζυγάλετρα έτριζαν, το υνί μπαινόβγαινε στο χώμα που το βαστάγανε πέτρινα πεζούλια, οι ζεύλες ζορίζονταν και οι κασμάδες κουδούνιζαν πάνω στης πέτρες πολλές φορές έσπαγε το χοντρό ξύλινο στειλιάρι .Γυναίκες και άντρες διαλύαμε της σβόλους στρώναμε της αύλακες και σκέπαζαν το σιταρόσπορο . Σπιθαμή προς σπιθαμή σκάβανε της πετροπλαγίες και καμία γωνία δεν πήγαινε στράφι .Μαλάκωνε από την βροχή η πλάτη τους που σκυμμένοι και βουτηγμένοι στη λάσπη και στο χώμα, σκάβανε σκάβανε, σκάβανε… Σκληρή δουλειά και με πολλά φαρμάκια!
ο ζευγολάτης αποκαμωμένος με το αλέτρι και από την νηστικομάρα φοβέριζε τα "ζα" και η γυναίκα του ξωπίσω, σφούγγιζε τον ιδρώτα του με την πόδια της .Δουλειά πολύωρη, πολυήμερη και εξαντλητική, ήλιο με ήλιο, με καλοκαιρία και κακοκαιρία. Και στο σακούλι που ήταν κρεμασμένο στο πουρνάρι υπήρχαν μερικά ξεροκόμματα ψωμί κα αυτό πάσχιζαν να το πάρουν τα μελικόνια. Για να φάνε οι δουλευτάδες τούτο το ξεροκόμματο ,ρίζωναν σ’ ένα ξερότοιχο του χωραφιού πάνω σε μουσκεμένες πέτρες . και τα καματερά παρεκεί, ροκάνιζαν την βρώμη και το κριθάρι τους
Αποβραδίς γύριζαν ξέκοποι, αποκαμωμένοι και μουσκεμένοι από τ’ ανεμοβρόχι.
Η τελευταία μέρα της σποράς ήταν μέρα γιορτής, χαράς και κεφιού. Το βράδυ, καθισμένοι στ’ αναμμένο τζάκι έτρωγαν τηγανιτές, ενώ το κοκκινέλι έδιωχνε την κούραση και τους γέμιζε αισιοδοξία . γιόρταζαν, μέσα σε τρανή ευθυμία τον τελειωμό της σποράς με την ευχή "καλή σοδιά". 












Νίκος Κωνσταντακόπουλος
                 Κέρτεζη 


Δεν υπάρχουν σχόλια: