Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

Συνέντευξη του ερευνητή Μιχάλη Παπαντωνόπoυλου για την έρευνα στο messapianews

Έχει γραφτεί από Γεώργιος Πρατζί,κος

Τρίτη, 23 Οκτώβριος 2012
AddThis Social Bookmark Button
Δύο ημέρες πριν φύγουν οι ερευνητές Μιχάλης Παπαντωνόπουλος και Χριστίνα Καλαβρή για το  Ρέθυμνο της Κρήτης όπου θα παρουσιάσουν την έρευνα με τίτλο "κοινωνικοψυχολογική διερεύνηση των συνθηκών αλλαγής δράσης της κοινωνίας πολιτών στο Δήμο Διρφύων-Μεσσαπίων εν καιρώ Μνημονίου, στα πλαίσια του κύκλου παρουσιάσεων "Κοινωνική Οικονομία και Δίκτυα Κοινωνικής Αλληλεγγύης σε περίοδο Κρίσης" στο 19ο Πανελλήνιο Μεταπτυχιακό εντατικό Σεμινάριο-Συνέδριο για υποψηφίους διδάκτορες το οποίο διεξάγεται στο Ρέθυμνο στις 25-28 Οκτωβρίου 2012, συνέντευξη πήραμε από τον έναν εκ των δύο ερευνητών, εννοώντας τον κο Μιχάλη Παπαντωνόπουλο, όπου μας μίλησε για την έρευνα και όχι μόνο.
 
Παρακάτω παρουσιάζουμ την συνέντευξη:

1. Τί εντύπωση αποκομίσατε παρακολουθώντας τη συλλογική δράση της Μεσσαπίας και ποιά στοιχεία της ανάλυσης τράβηξαν περισσότερο το ενδιαφέρον σας ως κοινωνικός ψυχολόγος;
Αρχικά, θα ήθελα να σας συγχαρώ για την πρωτοβουλία να δημιουργήσετε ένα πλήρες αρχείο των συλλογικών δράσεων της περιοχής και να σας ευχαριστήσω που μας δώσατε τη δυνατότητα να το αξιοποιήσουμε ως πρωτογενές υλικό για την έρευνα μας. Η ποσότητα και η ποιότητα των δεδομένων που συλλέξατε μας επέτρεψε να μελετήσουμε τις αλλαγές στα είδη και τους σκοπούς των δράσεων των συλλόγων της περιοχής, από τη σύσταση του καλλικρατικού δήμου Διρφύων-Μεσσαπίων μέχρι σήμερα. Ο σκοπός μας ήταν η διερεύνηση των επιπτώσεων της οικονομικής (χρηματοπιστωτικής και όχι δημοσιονομικής) «κρίσης» στη συλλογική ζωή της περιοχής. Τα δεδομένα φαίνεται να παρουσιάζουν ιδιαίτερο κοινωνιοψυχολογικό ενδιαφέρον. Ανεξάρτητα από την παρακμή των κρατικών θεσμών, η κοινωνία των πολιτών φαίνεται να ανασυγκροτείται και, βασιζόμενη αποκλειστικά σε εθελοντικό ανθρώπινο δυναμικό, προσπαθεί να καλύψει το κενό που αφήνει η σταδιακή (και συχνά σπασμωδική) κατάρρευση των δομών του κοινωνικού κράτους. Αυτή η διαδικασία μας οδήγησε στη διερεύνηση των κοινωνιοψυχολογικών μηχανισμών (ζητήματα διομαδικών σχέσεων, αξιών, κοινωνικής ταυτότητας κλπ.) που είναι υπεύθυνοι για την αντίσταση των πολιτιστικών συλλόγων απέναντι στην προσπάθεια της κυρίαρχης ιδεολογίας να καταστήσει την «κρίση» ατομική υπόθεση. Η αντίσταση αυτή, που πραγματώνεται στην κοινωνική προσφορά και την αλληλεγγύη, αφενός αρνείται το δόγμα της ατομικής ευθύνης για την «κρίση» και αφετέρου εισάγει ένα θετικό πρόταγμα για την αντιμετώπιση της.
2. Ψάχνοντας για εσάς, βρήκαμε ότι πέρα από τις πανεπιστημιακές σας σπουδές, έχετε ασχοληθεί και με τη σκηνοθεσία. Η μικρού μήκους ταινία σας «Υπόγεια Διάβαση» μας έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση. Πώς εμπνευστήκατε τη συγκεκριμένη ιδέα και ποια η γνώμη σας για την παραγωγή ταινιών μικρού μήκους στην Ελλάδα σήμερα;

Η ταινία μικρού μήκους «Υπόγεια Διάβαση» (“Underpass”) γυρίστηκε το 2010, στα πλαίσια του προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών Πολιτιστική Διαχείριση, του Παντείου πανεπιστημίου. Το σενάριο βασίζεται σε σύλληψη της Πέπης Φιλιππή και γράφτηκε σε συνεργασία με το Διονύση Φλεβοτόμο. Η ιδέα που επιχειρεί να επικοινωνήσει συνοψίζει τον κοινό προβληματισμό των δημιουργών γύρω από τα ζητήματα κοινωνικού αποκλεισμού. Συγκεκριμένα, σκοπός μας ήταν να μιλήσουμε για το «κενό» που δημιουργείται ανάμεσα στις κυρίαρχες και τις μειονοτικές ομάδες. Σε αυτό το «κενό» ρίχνονται οι άνθρωποι που αναγκάζονται να αφήσουν την κοινωνική τους ομάδα, χωρίς να μπορούν να αφομοιωθούν ή να ενσωματωθούν στην ευρύτερη κοινωνία. Το αποτέλεσμα είναι ο κοινωνικός αποκλεισμός, η περιθωριοποίηση. Η «Υπόγεια Διάβαση» είναι μια απόπειρα κινηματογράφησης της πορείας τεσσάρων ηρώων (μιας τραβεστί, μιας πόρνης, ενός πακιστανού και μιας τσιγγάνας) από την ομάδα τους προς το περιθώριο. Η φυγή από τη μειονότητα, ο φόβος απέναντι στην κυρίαρχη ομάδα, η ελπίδα για ενσωμάτωση και η απογοήτευση είναι οι συναισθηματικές καταστάσεις που βιώνουν διαδοχικά. Η «γκρίζα ζώνη» που έχουν περιέλθει δεν έχει να τους προσφέρει τίποτα, μήτε μέριμνα, φροντίδα, μήτε ταύτιση, υπαγωγή. Ολόκληρη η διαδικασία παραγωγής της ταινίας μας έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσουμε και ζήσουμε με αυτούς τους ανθρώπους, να κυκλοφορήσουμε στην Αθήνα μαζί τους, να δούμε στα μάτια τους τον τρόπο που η ευρύτερη κοινωνία αντιμετωπίζει το διαφορετικό, τον «Άλλο». Η εμπειρία που αποκομίσαμε από τα γυρίσματα και κυρίως από τη χρονική φάση πριν και μετά από αυτά, ξεπερνάει το αποτέλεσμα. Η αφηγηματική πλοκή περιλαμβάνει πραγματικά γεγονότα, πολλοί από τους ήρωες υποδύονται τον εαυτό τους (ο πακιστανός ή οι τρεις τραβεστί), τα περισσότερα κοστούμια είναι πραγματικά, τα σκηνικά είναι πιστή αντιγραφή χώρων που παρατηρήσαμε συστηματικά. Παρόλα αυτά, τα έντονα ρεαλιστικά στοιχεία οφείλονται στις ομαδικές δυναμικές που αναπτύχθηκαν κατά την επαφή και όχι από κάποιο προσεκτικά μελετημένο σχέδιο. Σε όλη τη διάρκεια της παραγωγής μείναμε πιστοί στο στόχο μας: να σκιαγραφήσουμε και να μεταφέρουμε στην οθόνη τη «χοάνη» που συγκεντρώνει τη διαφορετικότητα, ένα χώρο αποτελούμενο από πολλά «κενά». Η ελληνική κοινωνία είναι γεμάτη από αυτά τα κενά. Μπορούμε να τα δούμε μόνο αν παρατηρήσουμε τους ανθρώπους που είναι (απο)κλεισμένοι εντός τους.
Σχετικά με τη δεύτερη ερώτησή σας: Τα ετήσια ελληνικά φεστιβάλ (της Δράμας, της Νάουσας, της Πάτρας ή της Λάρισας κλπ.) είναι ένας καλός δείκτης για να κρίνει κανείς την παραγωγή ταινιών μικρού μήκους στη χώρα. Αν προσθέσουμε και τα διαδικτυακά φεστιβάλ («Big Bang», «Altcine» κλπ.) βλέπουμε αυξημένες τις ελληνικές παραγωγές. Πανεπιστημιακά τμήματα, μεταπτυχιακά προγράμματα, κινηματογραφικά εργαστήρια δίνουν την ευκαιρία σε νέους δημιουργούς να εκφραστούν μέσω της κινηματογραφικής τέχνης. Η ψηφιακή εποχή και η τεχνική εξειδίκευση ελαχιστοποιούν, με τον καιρό, τα προβλήματα που σχετίζονται με την πορεία υλοποίησης της βασικής ιδέας. Το ζήτημα που ανακύπτει έχει να κάνει με την ιδέα αυτή καθεαυτή. Χωρίς να θέλω να κατηγοριοποιήσω τις διάφορες θεματολογίες των μικρομηκάδων, οφείλω να σημειώσω ορισμένες τάσεις. Πλην ελάχιστων εξαιρέσεων ο κοινωνικός προβληματισμός φαίνεται να εξαντλείται στο αδιέξοδο των διαπροσωπικών σχέσεων και της «αλλοτρίωσης» του ανθρώπου από το σύγχρονο τρόπο ζωής. Πολλές φορές, όταν η κοινωνική διάσταση απουσιάζει πλήρως, το κενό καλύπτουν εσωτερικές αναζητήσεις (ως προς τον άνθρωπο ή τον κινηματογράφο), απαιτώντας από το κοινό να είναι ψυχαναλυτής, υπαρξιστής ή θεωρητικός του κινηματογράφου.
3. Ποιες οι δικές σας βλέψεις στους τομείς αυτούς για το μέλλον;
Η απόφαση να συνεχίσω σε διδακτορικό επίπεδο τις σπουδές μου, σχετίζεται μάλλον με τη διάθεση να μην απομακρυνθώ από το πανεπιστήμιο ως χώρο παραγωγής επιστημονικής γνώσης, παρά με την προσμονή (που τείνει να γίνει στις μέρες μας ουτοπική επιθυμία) να εργαστώ -κάπου κάποτε- ως μέλος της ακαδημαϊκής κοινότητας. Με λίγα λόγια, οι βλέψεις μου αυτή τη στιγμή συγκεντρώνονται στην περάτωση της διατριβής μου. Το αντικείμενό της αφορά στον ψυχοθεραπευτικό λόγο ως παράγωγο και παραγωγό ιδεολογίας. Στην ψυχοθεραπεία ως πρακτική που – μαζί με λοιπούς ιδεολογικούς μηχανισμούς – (συν)διαμορφώνει τις κοινωνιοψυχολογικές «συνειδήσεις». Ταυτόχρονα, δυσκολεύομαι να μην εμπλακώ σε οποιαδήποτε ερευνητική διαδικασία μου προσφέρει τη δυνατότητα να χειριστώ επίκαιρα ζητήματα που αφορούν στον τρόπο που διατηρείται ή αλλάζει η κοινωνιοψυχολογική πραγματικότητα.
Όσον αφορά στην κινηματογραφική παραγωγή υπάρχουν διάφορα σχεδιάσματα, αλλά τα περισσότερα μένουν στα χαρτιά. Παρότι θεωρώ πιο γοητευτική τη μυθοπλαστική αφήγηση, προτιμώ να ασχοληθώ με τον τομέα του ντοκιμαντέρ. Συγκεκριμένα, με την κινηματογράφηση πτυχών της κοινωνικής πραγματικότητας που ενδέχεται, δοσμένα με ένα ορισμένο τρόπο, να ενδιαφέρουν το κοινό. Η πειθώ, η επιρροή που ασκούν τα κυρίαρχα μέσα στο κοινό, οι μηχανισμοί αποσυμφόρησης της κοινωνικής έντασης είναι μερικές από τις ιδέες που έχουν πέσει στο τραπέζι. Ο κινηματογράφος, ως μαζικό μέσο, είναι πιο επιδραστικός από ένα επιστημονικό άρθρο, διευκολύνοντας, έτσι, την επικοινωνία γνώσεων και ιδεών. Όμως, για να έχει νόημα η όλη διαδικασία πρέπει να υπερκεραστεί μια βασική δυσκολία, που δεσπόζει ως πρόκληση από τη γέννηση της έβδομης τέχνης: η «ικανότητα» να διηγηθείς μια ιστορία, να εκφράσεις μια ιδέα μέσα από εικόνες.
4. Πώς συνδυάζεται η σκηνοθεσία με τις σπουδές σας;
Δεν νομίζω πως υπάρχει κάποια γραμμική σχέση ανάμεσα στην κοινωνική ψυχολογία και τον κινηματογράφο. Παρότι η κοινωνική ψυχολογία (όπως το πείραμα του Zimbardo, για παράδειγμα) έχει δώσει  τροφή στην φιλμική αφήγηση (όχι φυσικά όπως η ψυχανάλυση και ο υπαρξισμός) και αντίστροφα, ο κινηματογράφος έχει υπάρξει αντικείμενο μελέτης της ανάλυσης λόγου, δεν παύουν – κινηματογράφος και κοινωνική επιστήμη -  να αποτελούν διαφορετικά πεδία ιδεολογικής παραγωγής. Με λίγα λόγια, δεν υπήρξε ποτέ στις προθέσεις μου η διάθεση να αντλήσω από την επιστήμη για να εκφραστώ με την τέχνη ή να χρησιμοποιήσω την τέχνη ως αντικείμενο της κοινωνικής ψυχολογίας. Αυτό που, κατά την άποψή μου, συνδέει τις δύο πρακτικές είναι η πρώτη ύλη που χρειάζονται για να λειτουργήσουν, η κοινωνική ζωή δηλαδή. Το ενδιαφέρον για αυτή καθεαυτή την κοινωνική πραγματικότητα με στρέφει στην κοινωνική επιστήμη και τον κινηματογράφο, κυρίως, όμως, ως αναγνώστη και θεατή.
5. Θα μπορούσε να υπάρχει μέλλον σε αυτούς τους δύο τομείς στην Ελλάδα;
Καταρχάς, θεωρώ ότι εικόνα που τείνει να διαμορφωθεί για τα ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Τα βασικότερα προβλήματα (στη διοίκηση, την εκπαίδευση και την έρευνα) οφείλονται στην ελλιπή χρηματοδότηση του τομέα της παιδείας και όχι στην «ελληνική νοοτροπία» τη σύγχρονη εξηγητική αρχή της κυρίαρχης ιδεολογίας. Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει ότι το ελληνικό πανεπιστήμιο δεν πρέπει να βελτιωθεί για να αντιμετωπίσει εντός του, για παράδειγμα, το φαινόμενο του δεσποτισμού. Η πορεία όμως που οφείλει να πάρει για να πραγματώνει τον σκοπό του «να στοχάζεται την κοινωνία» δεν έχει καμία σχέση με το νεοφιλελεύθερο «μονόδρομο» που προτείνουν οι αγορές. Όσοι πολεμούν την αυτονομία του ελληνικού δημόσιου πανεπιστημίου προτάσσοντας το επιχείρημα ότι κατά καιρούς έχει δείξει σημάδια αυθαιρεσίας, ας σκεφτούν ότι συμβάλλουν στην ενσωμάτωση  μιας εξουσίας (αν δεχθούμε ότι το πανεπιστήμιο είναι εξουσία ας συμφωνήσουμε ότι δεν είναι η κυρίαρχη) στην απόλυτη (αυθαίρετη), την υπέρτατη εξουσία, την αγορά και το μετατρέπουν σε θεματοφύλακά της. Το μέλλον της έρευνας συνδέεται με το δημόσιο χαρακτήρα του πανεπιστημίου. Εάν ο χρηματοδότης της έρευνας είναι η αγορά, τα αποτελέσματά της καθορίζονται από τον μέτοχο και όχι από τον «υπάλληλο-ερευνητή». Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το παράδειγμα των φαρμακοβιομηχανιών, που συνηθίζουν να καθορίζουν την έκβαση των ερευνών βάση των αναμενόμενων κερδών.
Όσον αφορά στον τομέα του κινηματογράφου, τα πράγματα φαίνεται να είναι πιο ξεκάθαρα και λίγο πιο αισιόδοξα. Η ψηφιακή πραγματικότητα έριξε το κόστος της παραγωγής μιας ταινίας σε βαθμό που η κινηματογράφιση καθίσταται εφικτή για περισσότερο κόσμο. Παρά την ελιτίστικη άποψη που θεωρεί ότι η μαζικοποίηση των μέσων παραγωγής θα κάνει τον κινηματογράφο «φλύαρο», η συμμετοχή κόσμου διαφορετικής ταξικής προέλευσης στα κινηματογραφικά πράγματα εκτός του ότι καθιστά δημοκρατικότερο το μέσο, ενδέχεται να εμπλουτίσει την κινηματογραφική θεματολογία, η οποία πολλάκις κινδύνευσε να κλειστεί στον εσωτερικό μορφικό και ακαδημαϊκό κόσμο της. Θετικά σημάδια υπάρχουν και μπορεί κανείς να τα εντοπίσει στο νέο ελληνικό κινηματογράφο, ο οποίος είναι ώριμος, ψάχνει το κοινωνικό αποτύπωμα (η περίπτωση του Φίλιππου Τσίτου) διεκδικεί το δικό του ύφος και τη δική του αισθητική (όπως ο Γιώργος Λάνθιμος).
6. Πώς βλέπετε το μέλλον της Ελλάδας σαν νέος επιστήμονας;
Παρότι δεν θέλω να αντιμετωπίζω το παρόν ως κατάσταση έκτακτης ανάγκης δυσκολεύομαι να μιλήσω για το μέλλον χωρίς να προτρέψω για άμεση δράση στο παρόν. Νομίζω ότι δεν χρειαζόμαστε εξωτερικούς παρατηρητές ή απομακρυσμένους θεωρητικούς που θα στοχάζονται τις δυνατές στρατηγικές επίλυσης των ζητημάτων και τις πιθανές εκβάσεις τους. Αυτό που έχει ανάγκη η κοινωνία φάνηκε και στην έρευνα: στροφή στη συλλογική δράση. Ως άτομα το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να διακρινόμαστε. Όσοι συνεχίσουν το μοναχικό εξατομικευτικό τους δρόμο δεν θα αντέξουν. Για να υπάρξει ένα κάποιο μέλλον χρειάζεται μαζική κινητοποίηση, συλλογική δράση, κοινωνικός αγώνας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: