Τετάρτη, 7 Ιουλίου 2010

Το “ΑΝΑΘΕΜΑ”


Στη Σπαρτουλιά, του τοπικού διαμερίσματος Αντρωνίου του Δήμου Λασιώνος,  υπάρχει ένας μεγάλος σωρός από πέτρες που ονομάζεται «Ανάθεμα» και η περιοχή «Αναθέματα». Βρίσκεται δέκα μέτρα χαμηλότερα από τα αλώνια, στο σημείο όπου σήμερα υπάρχει το μνημείο του Δεληγιώργη Γιαννιά(παράπλευρα από την Ε.Ο. «111»[1]).
Στην περιοχή όπου συναντάμε το «Ανάθεμα» βρισκόταν, κάποτε, το μεγάλο  σταυροδρόμι για την Αχαΐα, την Αρκαδία και την Ολυμπία.

Η λέξη «ανάθεμα» προέρχεται από ερ­μηνεία Βιβλικής λέξης, στα πρωτοχριστιανικά χρόνια, η οποία σημαίνει βα­ριά κατάρα. Αποτελούσε μορφή ακραίας θρησκευτικής κύρωσης, πέρα από τον αφορισμό.
Το ανάθεμα έχει ως σκοπό την αποβολή του τιμωρημένου από την κοινωνία και την εκκλησία και χρησιμοποιείτο ως όπλο εκδίκησης κατά της ζωής των διαφωνούντων. Ο αναθεματισμένος θεωρείται κοινωνικά νεκρός γιατί  η φήμη έλεγε ότι σε ένα χρόνο από τον αφορισμό θα πεθάνει. Τον εγκατέλειπαν όλοι ακόμη και η οικογένειά του, η γυναίκα του και τα παιδιά του και τον πενθούσαν ως νεκρό.
Κατά τον μεσαίωνα  η τελετή του αναθεματισμού[2] γινότανε ως εξής: Συνήθως σ' ένα ύψωμα, ο ιερωμένος ή αυτός που εκτελούσε την τελετή, χάραζε στο χώμα με ένα ξύλο ένα σχήμα τάφου. Αυτοί που συμμετείχαν έσκαβαν λάκκο μέσα στον οποίο έριχναν ένα χλωρό κούτσουρο που έβγαζαν από την φωτιά ώστε να καπνίζει. Το κούτσουρο που κά­πνιζε, συμβόλιζε το σώμα του αναθεματισμένου που καιγόταν στην κόλαση. Όταν έσβηνε το κούτσουρο ήταν μαυρι­σμένο. Ο ιερωμένος δεν σταματούσε σε όλη την διάρκεια της τελετουργίας να εκστομίζει κατάρες και έριχνε στον φρεσκοσκαμμένο λάκκο την πρώτη πέτρα, φωνάζοντας ανάθεμα. Το ίδιο έκαναν όλοι οι παριστάμενοι αλλά και όσοι περνούσαν από εκεί τις επόμενες ημέρες έριχναν την πέτρα του αναθέματος, φωνάζοντας ανάθεμα.
Κάτι ανάλογο έπραξαν και εδώ λίγο πριν την επανάσταση του 1821 οι πρόγονοί μας για τον Διβριώτη Αθανάσιο Μπέργιο (ή Βέρρoιο), φοροεισπράκτορα[3] του Tουρκολαλαίου Σεϊντάγα.
Ο Μπέργιος που είχε πολύ φιλικές σχέσεις με τους Τουρκαλβανούς αγάδες[4], χρηματοδοτούσε τους Aζίζ, Φειδά, Μπεκύρ, Σεϊντάν, καθώς και άλλους, από τους οποίους νοίκιαζε τους φόρους, δηλαδή, τη «δεκάτη» από τα χωριά μας και από όλη τη περιφέρεια, που έφτανε ως τα Τριπόταμα.
Επειδή το αλώνισμα γινόταν ταυτόχρονα σε πολλά σημεία της περιοχής και για να προλάβει ο προδότης να αρπάξει απ’ όλους το μερίδιο από την σοδιά, έφτιαχνε ένα μεγάλο σταυρό στο σωρό του σιταριού και στο κέντρο ακριβώς κάρφωνε το δικριάνι[5] ή το ξυλόφτιαρο, για να μην μπορεί ο ιδιοκτήτης να το μετακινήσει[6].
Τον σκότωσαν οι Έλληνες, Στασινός και ο Τσούμπας[7] τον Μάρτη του 1821 στη Σπαρτουλιά. Μια άλλη άποψη θέλει να τον σκότωσαν με τα δικριάνια οι Αντρωναίοι[8], στα αλώνια όταν τους έκλεβε τη σοδιά. Ο ι γεροντότεροι στο Αντρώνι αφηγούνται ότι κάτω από τις πέτρες βρίσκεται το σώμα του Μπέργιου. Έκτοτε, όποιος περνούσε από αυτό το σημείο έριχνε μία πέτρα στο σωρό και ο σωρός σιγά- σιγά μεγάλωνε.

Ο  Μπέργιος ωφέλησε τη γενέτειρά του Δίβρη, αποτρέποντας τους φίλους του Λαλαίους, να την επισκέπτονται , αλλά έβλαψε όλα τα χωριά της ευρύτερης περιοχής. Για να σταθεί στη Δίβρη εξυπηρέτησε πολλούς Διβριώτες σε υποθέσεις και προβλήματα που είχαν να κάνουν με τους Τούρκολαλαίους. Λέγεται μάλιστα, λανθασμένα, ότι για να προστατέψει τη Δίβρη ειδοποίησε τον Σεϊντ-Αγά, που κατευθυνόταν από την Τρίπολη στην περιοχή του Λάλα, να μην περάσει από τη Δίβρη. Η αλήθεια είναι ότι ο Μπέργιος πρόδωσε τις θέσεις των Έλληνων, αποτρέποντας τους Τούρκους να περάσουν από την παγάνα (ενέδρα) που τους είχαν στήσει οι Έλληνες οπλαρχηγοί στη Δίβρη. Το αποτέλεσμα ήταν να  αλλάξει κατεύθυνση ο Σέϊντ-Αγάς με το ασκέρι του, διότι διέτρεχε μεγάλο κίνδυνο ακόμη και για τη ζωής του και από την Γορτυνία  και την αριστερή όχθη του Ερύμανθου, να κατέβει στο Λάλα. Για αυτή του την εκδούλευση ο Σεϊντ-Αγάς προσέλαβε  τον Μπέριο σαν γραμματικό και φοροεισπράκτορά[9],  για την περιοχή του οροπεδίου Φολόης, Δίβρης και Ψωφίδας[10].
Ο Μπέργιος είχε στην ιδιοκτησία του νερόμυλο στην περιοχή της Δίβρης, ο οποίος, στην επανάσταση, μετατράπηκε σε μπαρουτόμυλος.
Ό Χρίστος Κορύλλος[11], γιατρός των Πατρών, πεζοπόρος και περιηγητής, το 1890 επισκέφθηκε το «Ανάθεμα» και στο πόνημά του «Πεζοπορία από Πατρών εις Καλάμας» περιγράφει χαρακτηριστικά:
«Στραφέντες προς ανατολάς, ηκολουθήσαμε την εις Δίβρην άγουσαν και μετα μικρόν αφικόμεθα εις θέσιν Ανάθεμα καλουμένην, και έναντι του χωρίου Ανδρώνι (δ. Λαμπείας) κειμένην, χωριζομένην δε τούτου διά της κοίτης του Ηλείου Λάδωνος ή του ομηρικού Σελλήεντος, του διδύμου αδελφού του Πηνειού, μεθ’ ου συνενούται παρά το χωρίον Λαγανά (δ. Πηνείων) υπό το όνομα ποτάμι του Λαγανά. Το ανάθεμα τούτο αποτελείται εκ σωρού λίθων, ριφθέντων κατά καιρούς και ριπτομένων εισέτι υπό των διαβατών, εις αιώνιον ανάθεμα Βερροίου τινός, εκ Δίβρης, όστις επί τουρκοκρατίας, κολακεύων τους Τούρκους και κατασυκοφαντών τους Έλληνας, καταδυνάστευν αυτούς και τους εφορολόγει παντοιοτρόπως. Οι δυστυχείς ραγιάδες, μη δυνάμενοι άλλως τότε να τιμωρώσι  τους  απαίσιους ανθρώπους του είδους του Βερροίου ήγειρον εν Ελλάδι κατ’ αυτών αναθέματα πας δε ο διαβαίνων προ αυτών και γνωρίζων ή πυνθάμενος την αιτίαν, έρριπτε τον λίθον του αναθέματος αναφωνών συνχρόνως «ανάθεμά τον». Τοιαύτη η αμοιβή των απλήστων και δουλοφρώνων…»

Δεν θα μπορούσε όμως η λαϊκή μας μούσα, να μη τραγουδήσει με γλαφυρότητα τα έργα και τις πράξεις του Θανάση Μπέργιου.

ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΜΠΕΡΓΙΟΥ
Στου Λάλα σφάζουν πρόβατα, στον Πύργο τα μουσκάρια
και στου Λαλιού τα χειμαδιά σφάζουνε τον Μπέργιο.
– «Μην πας Θανάση για λεφτά, μην πας για τα χρωστίδια,
δεν είναι ο περσινός καιρός, καιρός να τα μαζώξεις».

ΠΑΝΑΘΕΜΑ ΣΕ ΚΟΡΑΚΑ
Παναθεμά σε κόρακα, πουλί μου κόρακα
που τρώγεις τα κουφάρια, καταραμένε κόρακα.
Έφαγες και τον γιούλη μου, μου ’φαγες το παιδί μου.
Το κρίμα να το ’χει ο Θανασάς  ο άτιμος ο Μπέργιος
και τη κατάρα μου την κακιά να ’χεις μαύρε κόρακα.
Ο Μπέργιος μου το πρόδωσε κι ο αγάς το κεφαλοκόβει.
και συ ρε μαυροκόρακα μου το ’κανες κομμάτια.

ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ
– «Θανάση, πού ’ναι τα φλουριά, Θανάση, πού ’ν’ και τ’ άσπρα;»
– «Παιδιά, δεν έχω ’γώ φλουριά, παιδιά δεν τα ’χω ’γώ τ’ άσπρα».
– «Θανάση, θα σε σκοτώσουμε, τήρα να μαρτυρήσεις».
– «Τι να σας μαρτυρήσω, ρε παιδιά, και τι να πρωτοκρύψω;»

ΣΤΟ ’ΠΑ ΘΑΝΑΣΗ Μ’
...Στο ’πα, Θανάση μ’, εγώ, στο ’πα και στο ξανά ’πα,
μην πας, Θανάση, στα χωριά, μην πας για τα χρωστίδια.
Δεν είν’ ο περσινός καιρός, τι θα σε φάν’ τα φίδια.

Μπροστά στο ανάθεμα και πλάι του δρόμο υπάρχει ένα παλιό πέτρινο εικονοστάσι που δεν μας είναι γνωστό αν υπήρχε πριν την επανάσταση ή έγινε κατόπιν από τους  Αντρωναίους ή από συγγενείς του Μπέργιου.
Πριν λίγα χρόνια κάποιοι συμπατριώτες μας αυθαίρετα και για δικούς τους λόγους προσπάθησαν να χαλάσουν το σωρό με τις πέτρες αλλά επενέβησαν έγκαιρα οι κάτοικοι της Σπαρτουλιάς και έσωσαν το Ανάθεμα. Κάποιοι άλλοι αυθαίρετα  και αυτοί θεώρησαν σωστό να στήσουν ένα τεράστιο και κακόγουστο εικονοστάσι και να κρύψουν τελείως το μνημείο.

Τον Σεπτέμβρη του 2006 είχα αναρτήσει στην ιστοσελίδα www.antroni.gr ένα άρθρο με λίγα λόγια για το «Ανάθεμα». Τότε έγραφα ότι:  «Οφείλουμε όλοι να πιέσουμε για να δημιουργηθεί μοναδικό μνημείο που να θυμίζει την ανδρεία των προγόνων μας».
Στο διάστημα που μεσολάβησε υπήρξαν πολλές συζητήσεις με τους συντοπίτες μου από την Σπαρτουλιά αλλά και με τη δημοτική αρχή με αποτέλεσμα να  συμφωνούμε όλοι στην ανάγκη δημιουργίας του μνημείου. Παράλληλα, σε έρευνα που έκανα,  διαπίστωσα ότι στην πατρίδα μας δεν υπάρχει άλλο ανάλογο  μνημείο.

Τώρα που οι συνθήκες είναι ώριμες και όλοι είμαστε σύμφωνοι προτείνω:
1.    Να ορίσουμε μια ημερομηνία συγκέντρωσης (ίσως κάποιο Σαββατοκύριακο) στη Σπαρτουλιά, κυρίως τους χειμερινούς μήνες για να αποφύγουμε τυχόν κινδύνους από τα ερπετά.  
2.    Να συγκεντρώσουμε, με τα χέρια, τις απομακρυσμένες από το «Ανάθεμα» πέτρες.
3.    Με τη βοήθεια εκσκαπτικού μηχανήματος, να μεταφέρουμε με ασφάλεια και να επανατοποθετήσουμε το νεόδμητο εικονοστάσι σε νέα θέση. (Σημειώνω ότι οι κατασκευαστές του, μου διεμήνυσαν ότι αυτό είναι εφικτό).
4.    Να συντηρήσουμε το παλιό εικονοστάσι χωρίς να αλλάξουμε τη μορφή του.
5.    Ύστερα από μελέτη, να δημιουργήσουμε περιμετρικά από το «Ανάθεμα», το μνημείο που του αρμόζει.
Ευελπιστώ ότι αρωγό στην προσπάθεια μας θα έχουμε το δήμο Λασιώνος, για  την όποια χρηματοδότηση του έργου, τη διάθεση μηχανημάτων και ότι άλλο μας προκύψει.
Η πρότασή απευθύνεται κυρίως στους κατοίκους της Σπαρτουλιάς και σε όσους συντοπίτες επιθυμούν να συμβάλουν και να ενισχύσουν αυτή την προσπάθεια.

Κώστας Παπαντωνόπουλος
Νοέμβρης 2009

Σχετικές με τα αναθέματα συνδέσεις:



[1] 111, ονομάστηκε ο δρόμος Πάτρας - Τρίπολης όταν χαράχτηκε, 112, ο δρόμος Ολυμπία -Τρίπολη μέσω Λάλα Γορτυνίας που εγκαταλείφθηκε, 113, 114 κ.ο.κ.
[2] Αναθεματισμούς και αφορισμούς έκανε η ορθοδοξία κατά πολλών άξιων τέ­κνων της Ελλάδος π.χ. τους Κολοκοτρωναίους (περιοδικό ΔΑΥΛΟΣ, τεύχος 267), τον Αλέξαν­δρο Υψη­λάντη και τους επαναστάτες του 1821 (οι οποίοι αγωνίστηκαν για μια ελεύθερη πατρίδα), τον εθνάρχη Ελευθέριο Βενιζέλο, τον γίγαντα της λογοτεχνίας και φιλόσοφο Νίκο Καζαντζάκη κλπ
Ο πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’ τον Μάρτιο του 1819 αφόρισε...την άλγεβρα, την τριγωνομετρία, τους λογαρίθμους κλπ με το σκεπτικό «μισείτε τις βέβηλες ανοησίες…» κι αργότερα τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και τους επαναστάτες του 1821, όμως το νεοελληνικό κράτος έχει στήσει το άγαλμά του μπροστά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. www.Kalami.net

[3]  Τουρκικά: μουκατελετζή
[4] Νίκος Αναστόπουλος στο βιβλίο του «Η Δίβρη διά μέσου των Αιώνων»
[5] Ξύλινο εργαλείο που δεν έλειπε ­­από κανένα σπίτι. Στα αρχαία λεγόταν θρίναξ. Εμείς το λέγαμε δικριάνι, παρ΄ ότι έχει τρεις ή τέσσαρες αιχμές. Λέγεται αλλού, δικούλι, τρικράνι ή θριάχι. Χρησιμοποιούνταν στο αλώνισμα για το γύρισμα του αλωνιού, στο ξαχύρισμα ή λίχνισμα του αλωνισθέντος προϊόντος, στην συγκομιδή του σανού (άχυρα) και στο στίβαγμα στα ξυλάχερα (βλέπε: Έργατα http://www.antroni.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=53:2009-01-23-18-44-30&catid=62&Itemid=211.

[6] Μου τα αφηγήθηκε ο Ν. Συλάϊδος (Τσαβέλας)
[7] Ηλίας Τουτούνης: Oμιλία στις 8 Ιουνίου 2009 στο μνημόσυνο του ήρωα Γιώργη Γιαννιά στη Σπαρτουλιά.
[8] Συντοπίτες μου από το Αντρώνι, το Κατσαρού και τη Σπαρτουλιά
[9] Φόρος 10% που ονόμαζαν «ΔΕΚΑΤΙΑ»
[10] Γεωργίου Αρ. Χρυσανθακοπούλου, «Η Ηλεία επί Τουρκοκρατίας», Αθήνα 1950)

[11] Γνωστός από τα βιβλία του «Χωρογραφία της Έλλάδος» και «Πεζοπορία από Πατρών εις Καλάμας»,


Δεν υπάρχουν σχόλια: