Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2015

Η ΠΑΤΡΙΝΙΑ ΚΙ Ο ΑΝΤΡΙΑΝΟΠΟΛΙΤΗΣ

Του Ηλία Τουτούνη
  Το τραγούδι της Πατρινιάς και του Αντριανοπολίτη, συγκαταλέγεται σα τραγούδια της παρέας, όπου το κατατάσσουμε στην κατηγορία των τραγουδιών της αγάπης και τραγουδιόταν στο τραπέζι των αρραβώνων αλλά και στο τραπέζι του γάμου, κυρίως από την πλευρά του γαμπρού. Επίσης, τραγουδιόταν και μετά το μυστήριο του γάμου, στο γλέντι που γινόταν το βράδυ της Κυριακής στο σπίτι του γαμπρού. Όλοι οι Μοραΐτες σε συνεστιάσεις, σε γλέντια και σε αρκετούς χορούς, άνευ μουσικής, ερμήνευαν τα τραγούδια τους, με αντιφωνικό τρόπο. Πρώτα τραγουδούσε την στροφή ένας ή μια ομάδα ανθρώπων και επαναλάμβανε η υπόλοιπη ομήγυρη.

  Πιο παλιά οι γονείς, επί το πλείστον, προτιμούσαν να παντρεύουν τα κορίτσια στον τόπο τους και όχι αλαργινά (στα ξένα), αν αναλογιστούμε ότι πέρα της αποστάσεως των 10 με 15 χιλιομέτρων θεωρούνταν ξενιτιά, και πόσο μάλλον όταν δεν γνώριζαν τον γαμπρό και δεν είχαν τις απαιτούμενες πληροφορίες για το πρόσωπό του. Επίσης απέφευγαν να παντρέψουν τα κορίτσια τους, σε ανθρώπους που ήσαν γυρολόγοι, πραματευτάδες και τζαμπάζηδες, αγωγιάτες και σε οικοδόμους (κτίστες), διότι σ’ αυτούς δεν υπήρχε εμπιστοσύνη και κυρίως το κορίτσι τους, όπως είναι φυσικό, θα ζούσε μοναχική ζωή, μιας και αυτή η κατηγορία των ανθρώπων δεν είχαν εργασία στο τόπο τους, ώστε να διαβιώσουν στο σπίτι τους μετά της οικογένειάς των και έπρεπε να την αποχωρίζονται κατά τακτά διαστήματα και γι’ αρκετό καιρό. Οι κοινωνικές αντιλήψεις με τα στερεότυπα εκείνης της εποχής, μας γνωστοποιούν, ότι οι τότε κοινωνίες υπερβολικά υποτιμούσαν το γυναικείο φύλο, ενώ παράλληλα καθιστούσαν τον άντρα επικεφαλής της οικογένειας. Οι γυναίκες είχαν περιορισμένα έως και μηδαμινά δικαιώματα και γενικά ήσαν υποταγμένες στον άντρα της οικογένειας, που συνήθως ήταν ο πατέρας. Σε περίπτωση που αυτό το πρόσωπο απουσίαζε, την αρχηγία της οικογένειας, αναλάμβανε η μάνα ή και ο μεγαλύτερος γιος και ήσαν υπεύθυνοι για την λήψη αποφάσεων και για την τήρηση των υποχρεώσεων, που τους πρόσδιδε ο ρόλος που είχαν αναλάβει.
Όμως τα κορίτσια, για να φύγουν από τον τόπο τους, να ξεφύγουν από την σκληρή για την εποχή επίβλεψη των γονέων και των αδελφών, αλλά και να γνωρίσουν άλλους τόπους, που για αυτά φάνταζε κάτι το καινούργιο και πρωτόγνωρο λόγω αισθημάτων, πολλές φορές, έπεφταν θύματα της μερίδας αυτών των περιφερόμενων ανθρώπων.
  Όσον αφορά το περιεχόμενο του τραγουδιού, αναφέρεται σε ένα επεισόδιο καθημερινότητας, με κεντρικά πρόσωπα τον Αντριανοπολίτη[1] και την Πατρινιά[2].
Ενώ ο όρος ξεφαντωτής προέρχεται από το ξεφαντώνω -ξεφαντωτής, αυτός που ξεφαντώνει, που διασκεδάζει, γλεντοκοπά, γενικά ο πότης, ο χορευταράς, ο τραγουδιστής, ο γλεντζές. Στην προκειμένη περίπτωση αναφέρεται με τον όρο ξεφαντωτής, διότι με διάφορες ερωτοτροπίες και με πειθήνια λόγια ξεσηκώνει, πείθει και ταυτόχρονα παρασέρνει την υποψήφια ερωμένη ή και σύζυγό του.
Ο Μεσολογγίτης συνδέεται έμμεσα με τον ξεφαντωτή. Λόγω του ότι οι Μεσολογγίτες φημίζονταν και φημίζονται για τα εξαίρετα γλέντια που πραγματοποιούν στον τόπο τους και αυτό οφείλεται διότι είναι υπερβολικά γλεντοκόποι, καλοί τραγουδιστές και επιδέξιοι χορευτές. Κατά τις διασκεδάσεις του και ιδίως στα τοπικά πανηγύρια σειέται ο κόσμος, ακόμη και σήμερα με κεντρικές εκδηλώσεις του Αϊ- Σημιού (Αγίου Συμεών).
Όσο για τα πρόσωπα που πρωταγωνίζονται στο τραγούδι, όπως αναφέρει ο τραγουδοποιός, ο πραματευτής, πρέπει να είχε μεταβεί στα Ιόνια νησιά, όπου κατά την τουρκοκρατία, ήσαν υπό την κυριαρχία των Γάλλων (Φράγκων). Από εκεί ψώνιζε την πραμάτειά του, όπου αντικείμενο του ήταν τα ασημικά και τιμαλφή, και εφόσον ταξίδεψε με φράγκικο καράβι βγήκε στην Πάτρα και συγκεκριμένα στις γειτονιές της, για να πουλήσει τα εμπορεύματά του.
Η κόρη, όπως διαφαίνεται πρέπει να ήταν ορφανή από πατέρα, η αυτός να ήταν στα ξένα, ή οτιδήποτε άλλο, χωρισμός, βαριά αρρώστια κ.ά. και την διαπραγμάτευση του προξενιού την επωμιζόταν κάποιος θείος και συνήθως η μάνα της, που είχε τον κεντρικό ρόλο και λόγο στις συνομιλίες με τους συμπεθεροκόπους ή προξενητάδες. Παρ’ όλα αυτά η κόρη, λόγω της ερωτικής στέρησης και της νεανική της επιθυμίας για  ερωτισμό, φαίνεται να παρασύρεται από τα ερωτόλογα του πραματευτή και υποπίπτει στο ορέξεις της, αδιαφορώντας για εθιμοτυπική διαδικασία της παντρειάς, ζητώντας από αυτόν να την πάρει μαζί του.
Η εποχή που διαδραματιζόταν αυτό, πρέπει να ήταν καλοκαίρι όπως αναφέρεται (…τα βασιλικά της πότιζε…). Επίσης καθώς αναφέρεται κατά την αποστολή των προξενητάδων, ο υποψήφιος γαμπρός και έμπορος ασημικών φαίνεται να ήταν και πολύ διστακτικός και φιλοχρήματος και αυτό προκύπτει ότι δεν της έστειλε κάποιο ασημικό, αλλά ένα λουλούδι για να κλείσει τον αρραβώνα.
  Όπως το παλιό τραγούδι (παραλογή) «Του Κωνσταντή και της Αρετής», μας έχει διδάξει πόσο πικρά ήσαν τα ξένα, είναι ξεκάθαρο ότι η Αρετή λόγω του φύλου και της ηλικίας της, δεν έχει την ελευθερία βούλησης, και η γνώμη της δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη. Αυτή συνεπώς είναι αναγκασμένη, να υποτάσσεται στις επιθυμίες της μάνας και του αδερφού της. Αυτό φαίνεται κι από το ότι, η Αρετή, δεν λαμβάνει μέρος στην απόφαση για το αν θα παντρευτεί στην ξενιτιά, αλλά η συζήτηση φαίνεται να περιορίζεται ανάμεσα στον αδερφό και την μάνα. Τοιουτοτρόπως και στο εν λόγω τραγούδι, η ορφανή από πατέρα κόρη, παραπέμπει τον πραματευτή στην απόφαση της μάνας και του μπάρμπα της, παραμελώντας την δικής της γνώμη, αλλά και απόφαση για το μέλλον της.
Η ΠΑΤΡΙΝΙΑ ΚΙ Ο ΑΝΤΡΙΑΝΟΠΟΛΙΤΗΣ
Όλα τα πουλάκια κι αμάν ωχ αμάν, όλα τα πουλάκια ζυγά - ζυγά,
όλα τα πουλάκια ζυγά - ζυγά,
τα χελιδονάκια ζευγαρωτά.
Το έρ[η]μο τ’ αηδόνι κι αμάν ωχ αμάν, το έρ[η]μο τ’ αηδόνι το μοναχό,
το έρ[η]μο τ’ αηδόνι το μοναχό,
περβατεί στους κάμπους σαν τον αϊτό.
Περβατεί και λέει κι αμάν ωχ αμάν, περβατεί και λέει και κελαηδεί:
-Βρ’ Αντριανοπολίτη κι αμάν ωχ αμάν, βρ’ Αντριανοπολίτη πραματευτή,
βρ’ Αντριανοπολίτη πραματευτή,
και Μεσολογγίτη ξεφαντωτή.
Που την βρήκες ’φτούνη κι αμάν ωχ αμάν, που την βρήκες ’φτούνη τη νια,
που την βρήκες ’φτούνη τη νια,
την ξανθομαλλούσα την Πατρινιά.
-Απ’ την Πόλη ερχόμουν κι αμάν ωχ αμάν, απ’ την Πόλη ερχόμουν κι απ’ τα νησιά
απ’ την Πόλη ερχόμουν κι απ’ τα νησιά,
με Φράγκικα καράβια κι μ’ ασημικά.
Κι από τον μαχαλά της κι αμάν ωχ αμάν, κι από τον μαχαλά της πέρασα
κι από τον μαχαλά της πέρασα,
τα βασιλικά της πότιζε.
Και τα βάρσαμά της κι αμάν ωχ αμάν και τα βάρσαμά της ερέντιζε
και τα βάρσαμά της ερέντιζε,
μου ’κοψε κλωνάρι και μου δώσε.
Μου είπε κι ένα λόγο κι αμάν ωχ αμάν, μου είπε κι ένα λόγο και μ’ άρεσε
μου είπε κι ένα λόγο και μ’ άρεσε,
και την καρδιά μου την τσάκισε.
- Ξένε σαν με θέλεις κι αμάν ωχ αμάν, ξένε σαν με θέλεις και μ’ αγαπάς
ξένε σαν με θέλεις και μ’ αγαπάς,
τι περνοδιαβαίνεις και δεν μιλάς.
Στείλε συμπεθέρους κι αμάν ωχ αμάν, στείλε συμπεθέρους στην μάνα μου
στείλε συμπεθέρους στην μάνα μου,
και προξενητάδες στο μπάρμπα μου.
-Έστειλα κυρά μου κι αμάν ωχ αμάν, έστειλα κυρά μου κι απόστειλα
έστειλα κυρά μου κι απόστειλα,
κι ένα λουλουδάκι σου το ’στειλα.
Και τους συμπεθέρους κι αμάν ωχ αμάν και τους συμπεθέρους τους διώξανε
και τους συμπεθέρους τους διώξανε,
του προξενητάδες μαλώσανε.
-Άιντε στο καλό σου κι αμάν ωχ αμάν, άιντε στο καλό σου πραματευτή
άιντε στο καλό σου πραματευτή,
και Μεσολογγίτη ξεφαντωτή.
Αν μ’ αγαπούσες κι αμάν ωχ αμάν, αν μ’ αγαπούσες κι αν με ’θελες
αν μ’ αγαπούσες κι αν με ’θελες,
τώρα το απόβραδο θα με έπαιρνες.
-Στο πηγάδι στέκω κι αμάν ωχ αμάν, στο πηγάδι στέκω, την καρτερώ
στο πηγάδι στέκω, την καρτερώ,
μπελτά κι έρθει, να πάρει ένα νερό.
Με το σταμνί της ερχόταν κι αμάν ωχ αμάν, με το σταμνί της ερχόταν, τ’ απόβραδο
με το σταμνί της ερχόταν, τ’ απόβραδο,
στην αγκαλιά μ’ την άρπαξα και την φιλώ.
-Πάρε με μαζί σου κι αμάν ωχ αμάν, πάρε με μαζί σου βρε πραματευτή
πάρε με μαζί σου βρε πραματευτή,
και Μεσολογγίτη ξεφαντωτή.
  Όπως έχω ξαναγράψει και αυτό το ωραίο και αντιπροσωπευτικό τραγούδι, «Της Πατρινιάς και του Αντριανοπολίτη», έχει παραλλαχθεί σταδιακά σε μεγάλο βαθμό και έχει αλλοιωθεί σημαντικά σε πολλά σημεία. Κατά καιρούς, αρκετοί όχι μόνον τραγουδοποιοί, αλλά και καταξιωμένοι ερμηνευτές δημοτικών τραγουδιών, χωρίς να αντιλαμβάνονται την τεράστια και ανεπανόρθωτη αλλοίωση που πραγματοποιούσαν, ασυναίσθητα έχουν προσθαφαιρέσει, αρκετές σημαντικές λέξεις ακόμη και στίχους, μ’ αποτέλεσμα να το έχουν μεταλλάξει, όχι μόνον όπως βόλευε, αλλά όπως άρεσε στον καθένα, απαξιώνοντας την ιδιαιτερότητά του και την αρχική του μορφή, έτσι όπως συμβαίνει σε πολλές εκατοντάδες από τα δημοτικά μας άσματα.
Αν ανατρέξουμε σε αρκετές ηχογραφήσεις, θ’ ανακαλύψουμε ότι, γνωστός ερμηνευτής τραγουδιών με μεγάλη απήχηση, την λέξη «Αντριανοπολίτη» την έχει μεταλλάξει σε «άντρα μου πολίτη», ενώ στους στίχους και στ’ ακούσματα αυτού του τραγουδιού, έχουν πλάσει και το νεότερο τραγούδι «Βρε Ρουμελιωτάκι, άλλοτε Μωραϊτάκι, άλλοτε Σαμιωτάκι, άλλοτε Τουρκάκι …βρε Πάνο μου…» κ.λπ.
Νομίζω ότι ο εκάστοτε ερμηνευτής πριν καταλήξει σ’ ένα τραγούδι που θέλει να το ερμηνεύσει, έχει υποχρέωση πάντοτε ν’ ανατρέξει και να ερμηνεύσει το πρωτότυπο τραγούδι, ως είχε.
  Αν δεν δύναται να το εντοπίσει μπορεί ν’ αποταθεί στο Κέντρο Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, να ενημερωθεί σχετικά, με την ορθότητα του εκάστοτε τραγουδιού. Τοιουτοτρόπως αποφεύγουμε την αλλοίωση και την λάθος ερμηνεία του δημοτικού μας τραγουδιού, αλλά και συμβάλλουμε στην ορθή μετάδοση αυτού, στις επόμενες γενιές, αγνοώντας διορθώνοντας κάθε λανθασμένη ερμηνεία.

[1] Κατά την τουρκοκρατία και έως μετά τέλη του 19ου αιώνα, οι έποικοι, σε ξένο τόπο, λάμβαναν και υιοθετούσαν ως επώνυμο από τον τόπο καταγωγής των. Τοιουτοτρόπως, ο Αντριανοπολίτης (Ανδριανοπολίτης), είναι ο καταγόμενος από την Ανδριανούπολη, μεγαλούπολη της Ανατολικής Θράκης, που φημιζόταν για τους μυστήριους και πανέξυπνους εμπόρους της.
[2] Δεύτερο κεντρικό πρόσωπο του επεισοδίου, αναφέρεται η Πατρινιά, όπου σ’ αυτήν προσωποποιείται η πανέμορφη ξανθομαλλούσα νεαρή αλλά και ορφανή κοπέλα, που η ασχολία της κυρίως είναι τα οικιακά. Οι ανύπανδρες κοπέλες, ζούσαν σχεδόν έγκλειστες στα σπίτια των, μέχρι να πανδρευτούν, αποφεύγοντας έτσι τα λόγια της γειτονιάς αλλά και την ηθική ντροπή. 
Πηγή: www.antroni.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: